doox

doox

live. love. learn.

  • Λες και μάγια μου ‘χεις κάνει

    • 7 Apr 2012
    • 0 Responses
    •  views
    • βαμβακάρης εμπειρίκος κατσίμπαλης μάγια μάρκος σεφεριάδης
    • Edit
    • Delete
    • Tags
    • Autopost

    Με το Μάρκο γνωριστήκαμε το ’35. Αναπάντεχα θα λεγα. Στη Λέσχη Καλλιτεχνών, στη διάλεξη που έδινα "περί σουρεαλισμού". 

    Ένας κοινός φίλος μας είχε συστήσει. Δεν ήξερε πως είχε βρεθεί εκεί. Κι αυτό ίσως ήταν το σουρεαλιστικό της υπόθεσης

    -- Εμπειρίκος; Από τη Σύρα;

    -- Μπορείτε να το πείτε κι έτσι. Ρουμανία γεννήθηκα. Αλλά στη Σύρο μεγάλωσα. 

    -- Τον Εμπειρίκο με τα καράβια τι τον έχεις;

    -- Πατέρας μου. Δυστυχώς.

    -- Δυστυχώς; Δεν ξέρω δυστυχώς ή ευτυχώς, ο μάγκας έχει πολύ παρά. Είσαι κι εσύ του... σιναφιού;

    -- Αν εννοείτε των καραβιών, περίπου.

    -- Ααααα! Δυστυχώς, περίπου, ίσως... Έτσι μιλάτε εσείς εδώ μέσα;

    Ήταν ο πιο αληθινός άνθρωπος που είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Αυθεντικός. Ντόμπρος. Και στην κατάστασή μου, αυτό ήταν βάλσαμο στην ψυχή μου.

    Η προσποίηση ήταν εκείνο τον καιρό η φωτιά που με έκαιγε έσωθεν. Μια αργή φλόγα. Ωσάν να με σουβλίζανε, αμνός τρυφερός του Πάσχα. 

    Τα ναυπηγεία Εμπειρίκου δεν ήταν για μένα. Το ‘χε καταλάβει και ο πατέρας. Από τότε που είχα επιστρέψει από το Παρίσι, μόνο για σκαριά και καρίνες δεν ήθελα να μιλήσω. Πειραιάς, Ερμούπολη κάθε τόσο. Και τ’ ανάμεσα; Μια ανάσα ποίησης. Λίγη ζωγραφική. Και καλή παρέα με τον Κατσίμπαλη, το Σεφεριάδη και τα άλλα ρεμάλια.

    Είχα αποφασίσει να φύγω από την επιχείρηση τη μέρα της διάλεξης.

    Ο Μάρκος, με τον τρόπο του ομολογουμένως, με βοήθησε.

    -- Η αλήθεια είναι ότι δουλεύω στα ναυπηγεία Εμπειρίκου. Αλλά, ξέρετε κύριε... Βαμβακάρης, είπαμε;

    -- Μάρκος...

    --- Ξέρετε, Μάρκο; Η αλήθεια είναι πως τελείωσα. Κι είστε ο πρώτος που του το λέω. ΝΑΙ! Τελείωσα! Δεν θα ξαναπάω στον ταρσανά. Δε θα ξαναεπιβλέψω καράβια να χτίζονται. Τ’ αποφάσισα απόψε. Μιλώντας σε αυτήν εδώ την αίθουσα, κατάλαβα ότι ανήκω αλλού. Κι είναι καιρός να κάνω αυτό που εγώ θέλω. 

    -- Α γεια σου, Ανδρίκο! Είσαι τσίφτης το λοιπόν. Μόνο, μάγκα μου, φρόντισε να ‘χεις ένα πιάτο φαγί να τρως... Εγώ τι νομίζεις; Για αυτό ήρθα εδώ. Μου παν ότι έχει μάσα, κι ήρθα. Ο γέρος μου το λεγε συνέχεια: Δες φαγητό, έμπα. Δες ξύλο, κάντηνα. 

    -- Χα! Μάρκο, πάμε μαζί να δούμε τι έχει. Να σε κεράσω ένα κρασί;

    -- Ξεκίνα με το ένα και βλέπουμε.

    -- Και τι κάνετε... Μάρκο;

    -- Τι εννοείς;

    -- Τι επαγγέλλεστε; Με τι ασχολείστε

    -- Οργανοπαίχτης. Ρεμπέτης. Τελευταίως και τραγουδιστής.

    Είχα ακούσει για αυτό το ρεύμα των... ρεμπετών. Αλλόκοτοι άνθρωποι. Απόκληροι και τελειωμένοι. Στα υπόγεια και την παρανομία. Και που και που απελευθέρωναν τη μιζέρια και την απελπισία τους στο μπαγλαμά και το μπουζούκι. Όταν δεν καπνίζανε βέβαια... Στους τεκέδες ακούγονταν αυτό... το είδος. Θυμάμαι ο Κατσίμπαλης μας είχε παίξει στο γραμμόφωνο ένα κομμάτι από τον... αχ πως το λέγαν;... τον Μπάτη. Στις Φυλακές του Ωρωπού! Και μετά μια Ρόζα Εσκενάζυ!

    -- Και τι τραγουδάτε;

    -- Ότι κάνει τον κόσμο να γλεντά. Χασάπικα, Ζεμπέκια...

    Με αιφνιδίασε η απάντησή του. Πως θα μπορούσε να διασκεδάσει τον κόσμο ένας ρακένδυτος σχεδόν άνδρας με φωνή που μόλις και μετά βίας κατόρθωνε να ορθώσει το ανάστημά της. Η βραχνάδα του ήταν η δήλωση (ή απόδειξη;) του λουλά και της κοκαΐνης κι ότι άλλου καπνίζεται. Και με το Μεταξά στα πράγματα... δεν τους έβλεπα να αντέχουν και πολύ οι... ρεμπέτες.

    -- Στη Σύρο τους διασκεδάζετε;

    -- Περαία. Εκεί μένω. Με τον αδερφό μου και το Μπάτη.

    -- Το Μπάτη είπατε; Έχω ακούσει τραγούδια του..

    -- Ναι, είναι ωραίος ο μπαγάσας ο Μπάτης.

    -- Σύρο; Δεν πάτε;

    -- Κάθε καλοκαίρι. Στην Άνω Χώρα. Εκεί γεννήθηκα.

    -- Άνω Χώρα; Καθολικός ε;

    -- Τι σημασία έχουν αυτά; Ο καθένας τη θρησκεία του. Για μένα θρησκεία είναι τα τραγούδια μου. Είναι δώρα για να ακουμπάνε την ψυχή...

    Και πάλι με αιφνιδίασε. "Δώρα για να ακουμπάνε την ψυχή"! Δεν το είχα φανταστεί ποτέ έτσι. Μου έκανε τεράστια εντύπωση αυτός ο ψηλός άνδρας με το περιποιημένο μουστάκι. Είπαμε να ξαναβρεθούμε.

    Και ξαναβρεθήκαμε καναδυό φορές.

    Βρεθήκαμε Δραπετσώνα. 

    Σε ένα κουτούκι που τραγουδούσε.

    Μόλις είχε γράψει το Κορόϊδο...

    Τα ’πιες και μας εσούρωσες κι ήρθες για να μας βρίσεις

    και δεν κοιτάς τη τύφλα σου, κορόιδο, παρά μας φοβερίζεις,

    και δεν κοιτάς τη τύφλα σου, κορόιδο, παρά μας φοβερίζεις.

     

    -- Μάρκο, θα ήθελα να σε φωτογραφίσω. Την ώρα που τραγουδάς. Εδώ με την σπείρα σου.

    -- Και δεν τραβάς. Τι με μέλλει εμένανε;

    Μια μέρα τον είχα καλέσει σπίτι. Εντυπωσιάστηκε με το μέρος.

    -- Ξέρεις, ο γέρος μου δούλευε για τον δικό σου. Καρβουνιάρης. Καρβούνιαζε τα καράβια του Εμπειρίκου. Και τώρα μπαίνω στο τσαρδί ενός Εμπειρίκου. Τι θα λεγε ο πατέρας άραγες;

    -- Έλα από δω. Να σου δείξω που δουλεύω.

    Τον πήγα κατευθείαν στο ατελιέ μου. Δεν ήθελα να νιώσει άσχημα με την πολυτέλεια του σπιτιού μου. Του έδειξα τους πίνακες που ζωγράφιζα. Και μερικές φωτογραφίες. 

    Στάθηκε σε μια.

    -- Τι είναι τούτο;

    -- Α! Φίλε Μάρκο, αυτό είναι φωτογραφία της γυναίκας-όραμα. Όπως βλέπεις, πόζαρε για μένα για να τη ζωγραφίσω και σε ένα διάλειμμα τράβηξα και φωτογραφίες. Αυτήν και τον πίνακα μαζί. Σ’ αρέσει;

    -- Έτσι; Ολοτσίτσιδη;

    -- Ήταν δική της ιδέα. Η Μαρία είναι μια γυναίκα από τις λίγες... Είναι... πως να στο πω να καταλάβεις; Είναι η δημιουργία. Είναι Θεός και γκρεμνός μαζί. Μια θάλασσα που η φουρτούνα της σε κατασπαράζει και η γαλήνη της σε νανουρίζει σαν μικρό παιδί στα σπλάχνα της μάνας του. Είναι το τραγούδι που γράφεις για να υμνήσεις την ευμορφιά της αλλά και να ξορκίσεις μαζί τα μάγια της.

    -- Πολύ την αγαπάς μάγκα μου και δεν κάνει. Άμα δείξεις της γυναίκας αδυναμία, είναι σαν τον σκύλο. Σου χυμά και σε δαγκώνει;

    -- Φίλε μου ίσως και να ‘χεις δίκιο! Έλα. Σου ‘χω καλό κρασί. Από τη Σύρα. Να θυμηθούμε την πατρίδα. Στις γυναίκες μας, λοιπόν.

    -- Εβίβα! Πάντως το χει μπόλικο... το μαστάρι η...

    -- Μαρία! Ναι το χει. Αν και η πλάτη της με μαγεύει περισσότερο.

    -- Αμ καλά το λέει ο Μπάτης, ότι εσείς οι διανοούμενοι είστε άλλη φάρα! Άκου την πλάτη της!

    Paint

    Γελάσαμε πολύ κείνο το βράδυ, θυμάμαι.

    Ήπιαμε και μετά ο Μάρκος έβγαλε το μπαγλαμαδάκι του κι έπαιξε. Είχε αρχίσει να μ’ αρέσει αυτή η μουσική. Δεν ξέρω αν ήταν η μουσική ή η γοητεία της θλίψης που κουβαλούσε. Μια μουσική αλήτικη αλλά και λεβέντικη. Αληθινή. Με πόνο...

    Την επομένη έπρεπε να εξηγήσω τα ανεξήγητα, αλλά... δε βαριέσαι. Περάσαμε καλά.

     

    Κι ανανεώσαμε το ραντεβού μας για το καλοκαίρι, στη Σύρο.

     

    Ερμούπολη. Καλοκαίρι του 35.

    Η ανηφόρα για την Άνω Χώρα ήταν βασανιστική. Η ζέστη με μαστίγωνε αλύπητα, μαζί με τις τεράστιες μύγες... Πήγαινα να βρω το Μάρκο. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι έπαιζε απόψε σε κάποιο καφενέ.

    Ο ιδρώτας μου ποτάμι, δημιουργούσε ρυάκια ελευθερίας γύρω από το ψάθινο καπέλο μου.

    Έφτασα ψηλά. Κοντά στην εκκλησία του Σαν Τζώρτζη. Η πλατεία ήταν γεμάτη. Είχε ήδη πολύ κόσμο για το πανηγύρι. Τον αγαπούσε το Μάρκο ο κόσμος. Είχε καλό όνομα. Έρχονταν από παντού να τον ακούσουν. Από Ερμούπολη, από Γαλησσά, Πισκοπειό, Φοίνικα, Ντε λα Γκράτσια... Να πάρουν τα "δώρα του, που ακουμπούν την ψυχή τους". 

    Κι αυτός εκεί. Αγέρωχος σαν το πλάτανο κάτω από τον οποίο καθόταν. Πληθωρική μορφή. Απαιτούσε σεβασμό. Έπαιζε και τραγουδούσε. Με τον αδερφό του και τον Μπάτη και τον πιανίστα το Ροβερτάκη. Κι έπινε. Έπινε νταμιτζάνες από «κοκκινέλι».

    Του χα μια έκπληξη. 

    Είχα μάθει ότι και η Μαρία θα ήταν στην Σύρο.

    Έψαξα και τη βρήκα. Και δώσαμε ραντεβού στην Άνω Χώρα.

    Ήθελα να τη γνωρίσει.

    Να δω αν θα καταλάβαινε τι του έλεγα... Τι εννοούσα. Κι είχα περιέργεια να μου πει τη γνώμη του.

    Έπαιζε την μεγάλη του επιτυχία. Αυτήν που μόλις είχε γραμμοφωνήσει στην Odeon.

     

    Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας

    και να 'κουγες τον μπαγλαμά και τις διπλοπενιές μας.

    Να κάτσεις να φχαριστηθείς ν 'ακούσεις και λιγάκι

    θέλεις δε θες να σηκωθείς βόλτα για ζεϊμπεκάκι.

    Ν' ακούσεις και το αραμπιέν και το καραντουζένι

    και σέ λιγάκι θα 'λεγες ο αργιλές να γένει.

    Θα σου φύγουν οι καημοί θα σπάσεις νταλκαδάκι

    απ' τις πενιές που θ' άκουγες από το μπουζουκάκι

    Αναζήτησα τη Μαρία στο πλήθος. Δεν ήταν και δύσκολο να την ξεχωρίσω. Αν και μικροσκοπική, είχε ένα ειδικό βάρος. Ένα εκτόπισμα που έκανε κάθε ανθρώπινο ον δίπλα της, να φαντάζει απλά αδιάφορο.

    Φιληθήκαμε ως φίλοι. Τέτοιοι ήμαστε άλλωστε. Άσχετα από τι κυκλοφορούσε στο κεφάλι μου και στα όνειρά μου.

    Κάθισε δίπλα μου. Σε ένα από τα τραπέζια κοντά στην ορχήστρα. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που το όνομα Εμπειρίκος το λεγα με ευχαρίστηση. Ήταν καλό το τραπέζι που μας έδωσαν. Μας κέρασαν και το πιοτί.

    Ο Μάρκος δε σήκωσε κεφάλι ούτε λεπτό. Μόνο σε μια στιγμή, σε ένα διάλειμμα, που έκανε να δει τον κόσμο απέναντί του. Εκεί ήταν που με είδε. Με χαιρέτησε με ένα νεύμα και μια γκριμάτσα που τσαλάκωσε το μουστάκι του και ξαναφοσιώθηκε στο μπουζούκι του.

     

    Εγώ μάγκας γεννήθηκα

    και μάγκας θ' αποθάνω

    και ας φυτρώσουν χασισιές

    στον τάφο μ' από πάνω

     

    Περιέργως πως, δεν συναντηθήκαμε εκείνο το βράδυ. Φύγαμε με τη Μαρία πριν τελειώσει.

    Την άλλη μέρα έπρεπε να φύγω εκτάκτως για Πειραιά. Για μια νέα παρτίδα. Ήταν το τελευταίο χατήρι που έκανα στον πατέρα μου. 

    Τον Σεπτέμβρη, ξανακατέβηκα στου Θωμά, στη Δραπετσώνα. Ήλπιζα ότι ο Μάρκος θα ‘χε επιστρέψει από τη Σύρα. 

    Δεν έκανα λάθος. Ήταν εκεί.

    Ήταν νωρίς ακόμα. Κούρδιζε το μπαγλαμαδάκι του. Μόλις με είδε, ήρθε στο τραπέζι, γράπωσε μια καρέκλα και με ενθουσιασμό παλιόφιλου με καλωσόρισε.

    -- Τι έγινε ομορφόπαιδο; Τα βούλιαξες τα παπόρια; Λέφτερος; Κάνεις αυτό που θες; Ζωγραφίζεις; Η τσίτσιδη τι κάνει;

    Πολλές ερωτήσεις μαζί.

    Με χαρά του είπα ότι μπροστά του είχε το νέο Εμπειρίκο. Τον υπερρεαλιστή ποιητή, ζωγράφο, φωτογράφο, ψυχαναλυτή ή ότι άλλο διάολο υπήρχε, εκτός σίγουρα από εφοπλιστή.

    Ήμουν «λέφτερος» όπως είπε. Στα 35 μου χρόνια είχα επιτέλους βρει τον εαυτό μου. Κι ήμουν αποφασισμένος να μην τον ξαναχάσω. Για τίποτα και για κανένα.

    Ετοιμαζόμουν να του πω για τη Μαρία. Με είχε ρωτήσει για την «τσίτσιδη» άλλωστε. 

    -- Ξέρεις, όταν ήρθα να σε βρω στη Σύρο...

    -- Μάγκα μου... Σύρος! Τι μου θύμισες τώρα! Σε είδα που ‘ρθες να με δεις! Και σ’ ευχαριστώ κιόλα. Αλλά ξέρεις τι; Δίπλα σου καθόταν ένα θηλυκό! Μα ένα θηλυκό!

    Έκανα να του εξηγήσω ποια ήταν. Η ορμή του όμως με παρέσυρε σαν χείμαρρος που πετάει τα κούτσουρα όπου θέλει. Και κάθισα να τον ακούω.

    -- Φίλε μου, αυτή η γυναίκα! Φωτιά! Έπαθα κάτι! Δεν ξέρω τι. Εγώ όταν παίζω και τραγουδώ, κοιτάω πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα χάνω. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Ήταν δίπλα σου, στο ίδιο τραπέζι. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Τα μαλλιά της μακριά. Ίσα σαν τσιγγάνας... Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν... 

    Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα: 

    Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά 

    Λες και μου΄χεις κάνει μάγια Φραγκοσυριανή γλυκιά... 

    Δεν του είπα ποτέ ποια ήταν αυτή η γυναίκα. Αυτή η γλυκιά Φραγκοσυριανή! Άλλωστε, το τραγούδι που έγραψε ήταν ένας ύμνος που θα ταν κρίμα να συναντηθεί με την πραγματικότητα.

    Ήταν μόλις μήνες αργότερα, όταν έφερα στον Κατσίμπαλη, στο σπίτι του στο Μαρούσι, μια πλάκα με το νέο φωνογραμμένο τραγούδι του Μάρκου. Είχα πορωθεί πλέον με το νέο ρεύμα που λεγόταν ρεμπέτικο!

    -- Γιώργο, άκου ποίηση! Όχι σαν τις σαχλαμάρες του Σεφεριάδη...

    Μία φούντωση, μια φλόγα 

    έχω μέσα στην καρδιά 

    λες και μάγια μου 'χεις κάνει 

    Φραγκοσυριανή γλυκιά 

    Θα 'ρθω να σε ανταμώσω 

    κάτω στην ακρογιαλιά 

    Θα ήθελα να σε χορτάσω 

    όλο χάδια και φιλιά 

    Θα σε πάρω να γυρίσω 

    Φοίνικα, Παρακοπή 

    Γαλησσά και Nτελαγκράτσια 

    και ας μου 'ρθει συγκοπή 

    Στο Πατέλι, στο Nυχώρι 

    φίνα στην Αληθινή 

    και στο Πισκοπιό ρομάντζα 

    γλυκιά μου Φραγκοσυριανή 

     

    Ποτέ δεν είπα στο Μάρκο ότι η Φραγκοσυριανή του ήταν από το Μαρούσι. Ποτέ δεν έμαθε ότι η ποίησή του έγινε ο δικός μου στεναγμός. 

    Η Μαρία που θα με ενέπνεε ακόμα περισσότερο. Όπως εκείνο το βράδυ το Μάρκο. 

     

    Λες και μάγια μας είχε κάνει...

     

    • Tweet
  • Ο αληθινός κολοσσός του Αμαρουσίου

    • 9 Mar 2012
    • 0 Responses
    •  views
    • Κατσίμπαλης Κολοσσός του Αμαρουσίου Σεφεριάδης Χένρι Μίλλερ
    • Edit
    • Delete
    • Tags
    • Autopost

    Πρέπει να ήταν 10. Ο ήλιος είχε την αναίδεια να τρυπώσει από τις γρίλιες του παραθύρου.

    Ο Χένρι με περίμενε κάτω. Για πρωινό.

    Τι διάολο είχαμε φάει και πιει το προηγούμενο βράδυ; Το στομάχι μου ήταν σαράντα οκάδες.

    Κατεβαίνοντας τις σκάλες, με καλωσόρισε. «Καλώς τον Κολοσσό του Αμαρουσίου!»

    «Κόψε την πλάκα ρε Χένρι... Όχι τίποτα άλλο. Θα ζηλέψει κι ο Σεφεριάδης...»

    «Κατσίμπαλη, πάλι από την λάθος πλευρά κοιμήθηκες;»

    «Τι φάγαμε χτες βράδυ;»

    «Χα! Ούτε αυτό θυμάσαι; Αρνάκι ήταν, θαρρώ.»

    «Τσιμεντόλιθος. Αυτό ήταν. Τι τρως;»

    «Μέλι. Γλυκαίνει τα καμώματα της νύχτας.»

    «Καμώματα; Ω! Δεν ακούγεται καλό αυτό. Τι έγινε χτες βράδυ;»

    «My friend! You really don’t remember a thing?”

    «Νομίζω ότι είδα ένα όνειρο για αυτό. Μπορεί να ‘ταν και ονείρωξη... Χαχαχα! Δεν θυμάμαι όμως. Τι έγινε;»

    «Χαχαχα! Είσαι απίστευτος! Αλήθεια δε θυμάσαι τίποτα; Το αρνάκι; Το συκώτι; Την ρετσίνα;»

    «Ω! Ρετσίνα. Αυτό είναι! Χένρι, η ρετσίνα είναι άτιμο ποτό. Σε κυκλώνει από παντού. Σειρήνα. Σε παρασέρνει αυτό το Σαββατιανό με το δάκρυ του πεύκου! Θυμάμαι αμυδρά... Ο Γιώργος ήταν εδώ...»

    «Ναι, ο Σεφεριάδης πέρασε. Όταν άρχισες να απαγγείλεις τα ποιήματά του ένιωσε άβολα. Τι σεμνός άνθρωπος! Έφυγε νωρίς! Μείναμε οι δυο... Σου έρχεται τίποτα;»

    «Τίποτα Χένρι. Το μόνο που θυμάμαι είναι το σοκ των δικών σου γραφόμενων. Μα να γράψεις για μένα; Δε λέω. Τιμή μου. Αλλά τι διάολο μπορείς να γράψεις για ένα τύπο σαν και μένα; Πόσο γελοίο είναι αυτό; Ελπίζω να είμαι ένα μικρό κεφάλαιο στο βιβλίο σου και το υπόλοιπο να το αφιερώσεις στην περιήγησή σου στην Ελλάδα του 39, ή ακόμα καλύτερα σε κάποια υπέροχη ελληνίδα που σου πήρε τα μυαλά...»

    «Χαχαχα! Φίλτατε Κατσίμπαλη! Είσαι ο ήρωάς μου. Χτες μίλαγες και μίλαγες και μίλαγες... Ένας υπέροχος μονόλογος. Και καθόμουν και σ’ άκουγα... Αγαπώ το μονόλογο. Τον προτιμώ από το διάλογο όταν είναι καλός. Είναι σα να παρακολουθείς κάποιον που γράφει ένα βιβλίο επίτηδες για σένα· το γράφει, το διαβάζει μεγαλόφωνα, το παίζει, το αναθεωρεί, το απολαμβάνει με ηδονή, το χαίρεται και τη χαίρεται τη χαρά σου, κι ύστερα το σκίζει και το σκορπάει στους τέσσερις ανέμους. Πρόκειται για μια υπέροχη υψηλή κωμωδία, γιατί την ώρα που την παίζει, είσαι Θεός για κείνον, εκτός αν λάχει νάσαι το πιο μεγάλο βόδι ή ο πιο ανυπόμονος άνθρωπος του κόσμου. Μα τότε ο μονόλογος αυτός δεν είναι δυνατό να γεννηθεί.»

    «Πως λέτε εκεί στο Αμέρικα; Oh boy! Όλα αυτά τα έκανα εγώ; Πόση ρετσίνα είχα πιεί;»

    «Χαχαχα! Πολύ my friend. Πολύ!»

    «Ελπίζω να μην εκτροχιάστηκα σαν τον Εμπειρίκο. Όταν πίνει δεν ξέρει τι κάνει! Όχι ότι θέλει και πολύ δηλαδή. Ο τρελογιατρός. Άφησε και μουσάκι σαν το Φρόυντ.»

    «Χα! Ενδιαφέρον που το λες. Ο Εμπειρίκος είναι αυτός που σε κοιτάει στη φωτογραφία; Εδώ;»

    «Α, λες για τη φωτογραφία με όλα τα χαμένα κορμιά! Ναι, αυτός είναι με το μουσάκι. Ο Ελύτης και ο Σεφεριάδης είναι όρθιοι από πάνω. Είχαν πολύ πλάκα όταν τη βγάζαμε. Ο Εμπειρίκος πείραζε συνέχεια τον Ελύτη... Εκνευρίσαμε το φωτογράφο. Γιατί; Ήταν κι ο Εμπειρίκος χτες βράδυ; Θεέ μου πόσο ήπια πια;»

    «Relax my friend. Δεν ήταν.»

    Πήρα μια φέτα ψωμί και την άλειψα με μέλι.

    Ο ήλιος στέκονταν ψηλός ήδη, πάνω από τον κήπο. Κοίταξα τριγύρω. Το Μαρούσι! Κι εγώ ο Κολοσσός! Χα! Γελοίο! Δεν έχει το Θεό του ο Αμερικάνος!

    Έκανα μια χαψιά τη φέτα και τον ρώτησα.

    «Mr. Miller you can tell me. I can take it. Τι διάολο έγινε χτες βράδυ;»

    «Oh dear Yorgos, ήταν... ας πούμε έμπνευση. Δεν έχω σταματήσει να γράφω από χτες βράδυ. Δεν κοιμήθηκα ξέρεις...»

    «Δεν κοιμήθηκες;;;; Κι είσαι έτσι φρέσκος και... cheerful? What the hell happened last night?»

    «Θυμάσαι εκείνη τη φωτογραφία;»

    «Ε είπαμε, τα χαμένα κορμιά...»

    «No, no, no... Την άλλη. Αυτή που φύλαγες στο suitcase...»

    «Στη βαλίτσα; Ποια βαλίτσα; Ω! Όχι. Όχι την βαλίτσα! Σου έδειξα τη φωτογραφία από τη βαλίτσα;»

    «Oh yes you did!»

    Αναφώνησα ένα «Jesus» και σηκώθηκα να πάω στο τραπέζι. Πήρα ένα μανταρίνι. Η φωτογραφία! Του έδειξα τη φωτογραφία.

    «Χένρι, είσαι δικός μας πλέον. Εφόσον είδες τη φωτογραφία... Είσαι ένας από μας!»

    Γελάσαμε κι οι δυο. Το χαμόγελό του άφηνε να καταλάβω πολύ περισσότερα από όσα μου έλεγε.

    «ΟΚ, Χένρι. Spit it out. Τι διάολο έγινε; Γιατί σου ‘δειξα τη φωτογραφία;»

    «Θυμάσαι που απήγγειλες τα ποιήματα του Γιώργου; Ε, μετά από λίγο βαρέθηκες. Μούχλα, είπες!»

    «Χαχαχα! Μούχλα; Please don’t tell Seferis that! He will kill me.”

    «Χαχαχα! Don’t worry. Σταμάτησες. Κατέβηκες από το τραπέζι...»

    «What the hell? Είχα ανεβεί στο τραπέζι;»

    «Ναι, Yorgos, στο τραπέζι. Σαν congressman να εκφωνείς λόγο... Και μετά κατέβηκες. Κι είπες: Τώρα φίλε μου θα δεις κάτι που μόνο 2 άνδρες το ξέρουν. Εγώ κι ο τρελογιατρός, ο Εμπειρίκος.»

    «Ω! Και πήγα κι έφερα τη φωτογραφία από τη βαλίτσα. I get it. Σου έδειξα τη φωτογραφία! Σου έδειξα τη Μαρία!»

    «Oh yes! Maria.»

    «Ξέρεις... είναι τρελός με τη φωτογραφία. Έχει αυτήν την τρέλα...»

    «Μου το είπες χτες. Με την εικόνα αιχμαλωτίζει στίχους της ποίησής του. Η φωτογραφία του Ανδρέα έχει τραβηχτεί από την ψυχή του και αγγίζει το υπερρεαλιστικό όραμά του, δηλ. το Εσαεί και το Τώρα, το χτίσιμο των Νέων Παραδείσων, την ανάγκη να υπάρξουν αυτοί οι Νέοι Παράδεισοι. Το θυμάμαι πολύ καλά. Μου έκανε εντύπωση. Ιδίως αυτό το Νέοι Παράδεισοι.»

    «Σου είπα τόσα για τη Μαρία;»

    «Αν κρίνω από τη φωτογραφία... τ’ αξίζει.»

    «Αν τ’ αξίζει λέει! Κάτσε να την ξαναφέρω. Θυμάσαι που την έβαλα;»

    «Νομίζω κάτω από τα χειρόγραφα του Ανδρέα... Αυτά που λένε για αυτό το κρουαζιερόπλοιο...»

    «Χαχαχα! Ναι, ναι! Είναι τρελός! Ποιητής μεν, αλλά έχει αυτήν την ιδέα για αυτό το υπερωκεάνιο που ταξιδεύει από Λίβερπουλ, στη Νέα Υόρκη... Σαν αυτό το ιστορικό πλοίο που συνέδεσε για πρώτη φορά την Μεγάλη Βρετανία με την Αμερική, το Great Eastern... Θέλει να γράψει βιβλίο για δαύτο. Για τις περιπέτειες των ταξιδιωτών και του πληρώματος... Βράζει το αίμα του! Ο Ελύτης που διάβασε κάποια αποσπάσματα μάς είχε πει μεταξύ σοβαρού κι αστείου ότι ήταν η αφορμή «για να δημιουργήσει μία κινούμενη μονάδα-νησίδα όπου, χωρίς τους περιορισμούς της πιθανοφάνειας, θα συσσωρεύσει όλες τις παραλλαγές και τις εκφάνσεις της σαρκικής ομιλίας από την ονείρωξη και τον αυνανισμό αρχινώντας, ως την επιδειξιομανία, τον ηδονοβλεπτισμό, τον λεσβιασμό, την παιδεραστία, την αιμομιξία, τον φετιχισμό, τον σαδισμό, τον μαζοχισμό, την κοπροφαγία και οτιδήποτε άλλο μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου αποβλέποντας στην ικανοποίηση του ερωτικού ενστίκτου».

    «You don’t say!”

    «Oh yes my friend, Henry! Κι όλα αυτά εξαιτίας αυτής της φωτογραφίας. Αυτήν που εμείς αποκαλούμε «ο Κωλοσσός του Αμαρουσίου!»

    «Ha! I don’t think I get it!»

    «Nevermind. It’s Greek to you. It refers to Maria’s... colossal... assets!»

    Ξεκαρδίστηκε ο Αμερικάνος. Δε μπορούσε να συνέλθει. Ξανάδαμε μαζί τη φωτογραφία. Έμοιαζε περισσότερο με πίνακα του Εγγονόπουλου, παρά με ξεδιαντροπιά του Εμπειρίκου.

    Κάτι η εμφάνιση στο φιλμ που είχε «επιτρέψει παραπάνω κόκκο» όπως μας εξηγούσε ο τρελογιατρός, κάτι η προκλητική γυαλάδα του κώλου της, κάτι τα χυτά μαλλιά της που διέσχιζαν την πλάτη της, την έκαναν σίγουρα κάτι παραπάνω από φωτογραφία. 

    Ήταν ποίηση. Του άρεσε αυτό που έλεγε η Berenice Abbott: Η φωτογραφία είναι να βοηθάει τους ανθρώπους να δουν.

    Και η Μαρία μας βοηθούσε να δούμε. Να δούμε τη δική μας ψυχή.

     

    «You really don’t remember a fucking thing, Katsimpalis!»

    «Γιατί το λες αυτό, Χένρι;»

    «Μα γιατί τη γνώρισα.»

    «Ποια γνώρισες;»

    «Τη Μαρία, Yorgos. Γνώρισα τη Μαρία. Τον Κωλοσσό του Αμαρουσίου!»

    «Merde! Τι διάολο έγινε χτες; Τι είχε αυτή η ρετσίνα; Πως; Τι;»

    «Yorgos, καθόμαστε εδώ, δηλαδή μέσα γιατί είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα. Και μου έλεγες για τη Μαρία, τη μούσα του Andreas... Πως την κυνηγούσε καιρό τώρα για να τη φωτογραφίσει... Πως ο κώλος της του είχε γίνει εμμονή. Πως τα στήθη της του κατέτρωγαν το μυαλό και τη σάρκα. Ήθελε να την κάνει δική του, αλλά με το δικό του τρόπο, με τον φακό του!»

    «Ναι, ένα παράξενο πράγμα! Ήταν μια παράξενη «ονείρωξη» όπως λέει κι ο Οδυσσέας. Την ήθελε σαν τρελός. Αλλά δεν ήθελε να την «γαμεύσει» όπως λέει κι ο ίδιος. Ήθελε... are you ready for this?  Ήθελε να την έχει εκεί, να ποζάρει γυμνή μπροστά του... να την κυριεύσει με το φακό της φωτογραφικής του μηχανής και μετά να... να παίξει με τον καύλον του και να σκορπίσει το ψωλόχυμά του πάνω στα ζουμερά καπούλια της.»

     

    «Χαχαχα! Yorgos κι αυτά μου τα είπες χτες βράδυ. Και θυμάσαι τι σε ρώτησα γεμάτος θαυμασμό;»

    «Τι;»

    «Where is this woman? I want to meet her»

    «Merde! Και τη συνάντησες;»

    «Κύριε Κατσίμπαλη. Καθόσασταν σε εκείνη την πολυθρόνα. Χαϊδεύατε την εικόνα και λέγατε με πονηρό χαμόγελο... «Not only I know where she lives, she lives close by.»

    «Και;»

    «Και σηκωθήκαμε. Φορέσαμε ζακέτες και βγήκαμε έξω. Περπατήσαμε στα σκοτεινά για κανα δεκάλεπτο ανάμεσα σε γιασεμιά και αζαλέες...»

    «...και σε πήγα στη Μαρία!»

    «Όχι ακριβώς. Με πήγες έξω από κείνο το διώροφο σπίτι, με την ώχρα στους τοίχους και τις λεμονιές στον κήπο. Μου είπες... εδώ μένει η Μαρία. Μόνη.

    «Ναι. Μόνη. Τον άντρα της τον είχανε μαχαιρώσει, καιρό πριν. Συμβολαιογράφος. Τον έφαγε ένας κουτσαβάκης στου Ψυρρή! Της άφησε κάτι γρόσια κι αυτό το σπίτι.»

    «Έφυγες Κατσίμπαλη. You chickened out!»

    «I bet. Η Μαρία είναι σαν αυτές τις οπτασίες. Την βλέπεις. Νομίζεις ότι μπορείς να την πιάσεις. Και πάνω που πας να την γραπώσεις και να την φιλήσεις, πιάνεις αέρα και πέφτεις στο χώμα. Είναι δέος. Η οργή του Θεού μεταμφιεσμένη.»

    «Yorgos, YOU WERE SO FUCKIN DRUNK! Εκπλήσσομαι πως βρήκες το δρόμο για το σπίτι».

    «Είμαι σαν τα γαϊδούρια εγώ. Μια φορά να μου δείξεις το δρόμο, όλα γίνονται αυτόματα...»

    «Ναι, ήσουν άσχημα my friend.»

    «Και τι έκανες στο σπίτι της Μαρίας;»

    «Χα! Ούτε αυτό θυμάσαι; Προτού φύγεις, είχες την fuckin brilliant idea να πετάξεις μια πέτρα στο παράθυρό της. Like a fucking 13 year old έφηβος! And then you were gone.»

    «Χαχαχα! Εγώ τα έκανα όλα αυτά;»

    «Yes you, you fuckin Greek! 

    «Και τι έγινε;»

    «Τι ήθελες να γίνει; Έμεινα εκεί. Παγοκολώνα. Από τη μία ήθελα να τρέξω να φύγω. Να μην γίνω ρεζίλι. Από την άλλη... η φωτογραφία. Δε μπορούσα να μην τη δω. Ήθελα να διαπιστώσω με τα μάτια μου αυτόν τον...»

    «Κωλοσσό!»

    «Oh yes!»

    «Και λοιπόν;»

    «Μια σκιά εμφανίστηκε στο παράθυρο. Το φως από πίσω της αχνό. Καθώς φορούσε ένα νυχτικό, το φως έπαιζε ένα θέατρο σκιών, αποκαλύπτοντας κάτι υπέροχες πραγματικά καμπύλες. Μετά από αυτό το θέαμα, είχα πάρει την απόφαση. Θα έμενα...»

    “Και τι σου είπε;”

    «Με ρώτησε εκνευρισμένη κάτι στα ελληνικά. I had no clue, you know. Ψέλλισα κάτι ελληνικά που είχα μάθει από σένα... Πρέπει να νόμισε ότι ήμουν σε κίνδυνο και ζητούσα τη βοήθειά της ή κάτι τέτοιο. Κατέβηκε κάτω, κρατώντας μια λάμπα. Με άφησε να πλησιάσω λίγο. Την ρώτησα “Are you Maria?” και τινάχθηκε. Σου λέει, πως διάολο ξέρει το όνομά μου αυτός ο μεθυσμένος τρελο-αμερικάνος;»

    «Δεν ξέρω αν φοβάμαι ή αν ζηλεύω να ακούσω τη συνέχεια. Ή μάλλον αν φοβάμαι πως θα ζηλέψω πολύ όταν ακούσω η συνέχεια.»

    «Με πήρε μέσα. Δεν ήξερε πολλά αγγλικά. Με νοήματα κατάλαβα ότι με ρώταγε αν θέλω κάτι να πιω. Η ρετσίνα μου χε διαλύσει το στομάχι, οπότε ήταν το μόνο ποτό, μαζί με το νερό, που δεν ήθελα να υγράνουν τον ουρανίσκο μου. Μου έφερε κάτι γλυκό. Σαν homemade liqueur. Είχε μια καταπραϋντική γεύση κανέλας. Στάθηκε απέναντί μου με τη ρόμπα της. Ήταν αυτό που λέμε voluptuous... ζουμερή! Όσο κι αν προσπαθούσε να καλύψει τις καμπύλες της με τη ρόμπα της, you could tell that the Gods were having a party when they made her!»

    «Party indeed, my friend.”

    “Ήπιαμε ένα ποτό. Μονοκοπανιά. Έβαλε κάτι στο φωνόγραφο. Δεν ξέρω τι. Κάτι που ακουγόταν σαν tango αλλά μάλλον ήταν στα ελληνικά. Απόκοσμο. Με κέρασε και δεύτερο. Πιάσαμε κουβέντα... Στο μέτρο του δυνατού πάντα. Της είπα ότι είμαι από την Αμερική αλλά απεχθάνομαι την πατρίδα μου. Πως έφυγα από το Παρίσι για να έρθω εδώ. Μια γραμμή του Μέτερλινκ που αφορά την αλήθεια και τη δράση άλλαξε όλη την ιδέα που είχα για τη ζωή. Μου πήρε είκοσι πέντε χρόνια για να καταλάβω απολύτως το νόημα της φράσης του. Άλλοι άνθρωποι είναι πιο γρήγοροι στο συντονισμό οράματος και δράσης. Αλλά το θέμα είναι ότι τελικά αυτόν τον συντονισμό τον κατάφερα στην Ελλάδα. Ξεφούσκωσα, επανήλθα στις κανονικές ανθρώπινες αναλογίες, έτοιμος να δεχτώ τη μοίρα και προετοιμασμένος να δώσω όσα έλαβα... Δε νομίζω να κατάλαβε τίποτα από όλα αυτά. Αλλά για κάποιο περίεργο λόγο, έμοιαζε να με νιώθει. Στο τρίτο ποτό της εξιστορούσα πως διάολο είχα φτάσει στο κατώφλι της. Της είπα για σένα, τον Ανδρέα... “Α! Ο Ανδρέας!” είπε. Από τον τόνο της κατάλαβα ότι αυτό που ένιωθε για τον Ανδρέα ήταν κάτι ανάμεσα σε θαυμασμό και σίχαμα. Το κατάλαβα γιατί στη λέξη ‘ποίηση’ που είπε, τα μάτια της έλαμψαν, για να σουφρώσουν και να γίνουν μικρές κουμπότρυπες αμέσως μετά. Νόμισα ότι αναγνώρισα τη φράση ‘mi fa schifo’ αλλά μετά θυμήθηκα ότι αυτό είναι ιταλικά για ‘he makes me sick’.»

    «Λες να τον σιχαίνεται τον Ανδρέα;»

    «Δεν ξέρω φίλε Κατσίμπαλη. Και ειλικρινά δε με ένοιαξε. Αυτό που ξέρω είναι ότι το γλυκό αυτό ποτό με είχε απελευθερώσει από κάθε αναστολή που κουβαλούσε το προτεσταντικό μου παρελθόν και ανέφερα τη φωτογραφία. Έκανα και την ανάλογη χειρονομία για να καταλάβει. Κατάλαβε αμέσως. Έκανε πίσω. Σαν να ντράπηκε. Κατέβασε τα μάτια. Αγχώθηκα. Δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει άσχημα. Συνέχισα να κάνω χειρονομίες σαν κλόουν σε τσίρκο. ‘You Beautiful’, ‘your back... gorgeous’».

    «Χαχαχα! Your back? Η πλάτη σας; Πόσο γελοίος φίλε μου πρέπει να φανήκατε. Κανένας δε λέει ‘κυρία μου έχετε ωραία πλάτη’. Χαχαχα! Κατάλαβε ότι μιλούσες για τον πισινό της...»

    «Χα! Κι εγώ έτσι νομίζω γιατί γέλασε όταν της το πα. Και γύρισε την πλάτη. Κατέβασε την ρόμπα της ίσα-ίσα να αποκαλύψει ένα μέρος του γυμνού ώμου της. “This? This is nothing,” είπε. Και μετά συνεχίζοντας με την πλάτη γυρισμένη σε μένα, σήκωσε τη ρόμπα της, αποκαλύπτοντας σταδιακά τον αστράγαλο, μετά την γάμπα, το γόνατο, το μηρό της... Έφτασε μέχρι την κορφή της κάλτσας της που στεκόταν εκεί, χαλαρή. Δεν την συγκρατούσε η ζαρτιέρα που θα ‘πρεπε κανονικά να υπάρχει εκεί. “This. This is everything” ξαναείπε!»

    «Ααααα! Η φιλοσοφία του θείου σε 3 λέξεις! Αυτό είναι τα πάντα.!»

    «Με ξάφνιασε. Πάντα με συνέπαιρναν οι Ελληνίδες. Η Ελληνίδα, ακόμη και η πιο μορφωμένη, είναι πρώτα και πάνω απ' όλα γυναίκα. Σκορπά μια ευωδιά, σε ζεσταίνει, σε ζωντανεύει. Χάρη στη συγχώνευση του μικρασιατικού ελληνισμού, η καινούργια γενιά των Αθηναίων γυναικών κέρδισε σε ομορφιά και σε σιγουριά. Το κοινό κοριτσόπουλο που βλέπεις στο δρόμο είναι καλύτερο από κάθε άποψη από την αμερικανοπούλα, προπάντων έχει χαρακτήρα και ράτσα, ένας συνδυασμός που κάνει αθάνατη την ομορφιά και που ξεχωρίζει για πάντα τους απογόνους των αρχαίων λαών από τα μπαστάρδικα βλαστάρια του νέου κόσμου.»

    «Oh come on, Henry. Άσε τις λογοτεχνικές σου αηδίες και πες...»

    «Δεν ξέρω πόσα από αυτά τα miniature glasses με αυτό το καφέ σκούρο ποτό είχαμε πιει. Αυτό που ξέρω είναι πως κι οι δυο είχαμε αρχίσει να νιώθουμε πιο οικεία. Είχα βγάλει τη ζακέτα μου κι εκείνη είχε χαλαρώσει τη ρόμπα της. Δυο τεράστια στήθη έμοιαζαν με άτια που ήθελαν να ξεπηδήσουν μέσα από το βαμβακερό πέτο Αιγύπτου. Όμορφα, στητά. Δυο γιγάντιες μπάλες. Δυο ολόφρεσκα πεπόνια σαν κι αυτά που βλέπεις στο open market και θέλεις τόσο μα τόσο να γευτείς. Μου έκανε νεύμα που, από ότι ξέρω από σένα, σημαίνει περίμενε. Χάθηκε για λίγο σε άλλο δωμάτιο κι επέστρεψε ένα λεπτό αργότερα. Στα χέρια είχε ένα δίσκο για το φωνόγραφο. Το έβαλε. Αναγνώρισα το King Porter Stomp, του Harry Roy. Good tune! Μου έγνεψε να χορέψουμε».

    «Απίστευτο! Μια ώρα πριν δε σε ήξερε! Fucking lucky American bastard. Δεν ξέρω αν πρέπει να ζηλέψω ή να θυμώσω.»

    «Χαχαχα. Ούτε εγώ το περίμενα, my friend. Είμαι 48 και έχω πάει με αρκετές... εθνικότητες. Ποτέ όμως με Ελληνίδα! Κι αυτή ήταν η Ελληνίδα που ήθελα! Είχε μέσα της όλα όσα μου εξιστορούσες σε όλους μας τους περιπάτους. Όταν μιλούσες συχνά για το παρελθόν, όμως όχι σαν κάτι νεκρό και ξεχασμένο, αλλά σαν κάτι που κρατάμε μέσα μας, κάτι που καρποφορεί στο παρόν και κάνει ελκυστικό το μέλλον. Η ελληνική γη που ανοίγει μπροστά μου σαν το Βιβλίο της Αποκάλυψης. Ποτέ δεν ήξερα ότι η γη εμπεριέχει τόσα πολλά· περπατούσα με παρωπίδες, με διστακτικά, αβέβαια βήματα· ήμουν περήφανος και αλαζονικός, ευχαριστημένος που ζούσα τη λάθος, περιορισμένη ζωή της πόλης. Ήταν το φως της Ελλάδας, αυτό που μου άνοιξε τα μάτια, διαπέρασε τους πόρους μου, διεύρυνε ολόκληρη την ύπαρξή μου.»

    «Χένρι, σε ακούω και δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω. Την ευγλωττία σου; Τις υπέροχες εικόνες σου; Ή την ωδή προς τη γυναίκα και τι κάνει στην ύπαρξή μας; Please go on.»

    «Φίλε μου η Μαρία ήταν η Κίρκη του παρελθόντος και η Μπουμπουλίνα του τώρα. Δυνατή. Με τα δυο πόδια στη γη. Συνάμα όμως αέρινη. Αερικό που σου ‘παιρνε τα μυαλά... Χορέψαμε. Το αλκοόλ μάς προστάτευε από κάθε ενδοιασμό κι ανασφάλεια. Ήμουν ο Πάρις που είχε έρθει να κλέψει την ωραία Ελένη. I didn’t give a fuck αν ανήκε σε κάποιον. Όποιος κι αν ήταν αυτός. Βασιλιάς, ποιητής, ζωγράφος, συμβολαιογράφος. Ήθελα να κλέψω την ομορφιά της. Το λευκό της δέρας. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της, τα αφράτα στήθη της, τον ζεστό σαν ψωμί κώλο της. Τα χέρια μου έγιναν τολμηρά. Κατέβηκαν από την πλάτη της, στη μέση και μετά στα καπούλια της. Δεν έφερε καμιά αντίσταση. Σαν να το περίμενε. Τα χάιδεψα καθώς στο μυαλό μου ήρθε πάλι εκείνη η εικόνα. Στη φωτογραφία φορούσε ένα περίεργο μεσοφόρι. Θυμάσαι; Με μια τρύπα αρκετά μεγάλη ώστε να περικλείει τον κώλο της σαν κορνίζα που αγκαλιάζει ένα έργο τέχνης. Λιτή, ώστε να μην κλέβει αλλά να αναδεικνύει την Υπεροχή του Δημιουργού. Κι από το πάνω μέρος, ως προέκταση της σχισμάδας του στρόγγυλου πισινού της, ξεκίναγε κάτι που έμοιαζε με αλυσίδα. Χάρμα οφθαλμών, χαρακιά στο μυαλό. Σαν είλωτας δεμένη με χρυσή αλυσίδα, δούλα στις ορέξεις του Αθηναίου κύρη της. Η εικόνα ήταν τόσο βαθιά σφηνωμένη στο μυαλό που νόμισα ότι ακούμπησα το περίγραμμα αυτής της σαρκικής συνομιλίας μου.»

    «Χένρι, η περιγραφή σου απλά επιβεβαιώνει αυτό που όλοι μας νιώθουμε όταν την βλέπουμε. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν η φαντασίωση της άτακτης χήρας. Μετά η βρώμικη φαντασίωση της πεταλουδίτσας. Αλλά τελικά θα συμφωνήσω μαζί σου. Είναι μάλλον η Λαϊδα της εποχής μας. Η εταίρα που κρατάει στο μουνί της –ή σε αυτήν την περίπτωση στον κώλο της- όλους τους άντρες. Και τους μετατρέπει σε αδύναμα ανδρείκελα που μπροστά της καταρρέουν, λιώνουν σαν κεριά στην Ανάσταση, σβήνουν σαν χαρακιές στην άμμο.

    Πες μου. Προχωρήσατε;»

    «Φίλε μου, αυτά είναι πράγματα που δε λέγονται μεταξύ κυρίων. Καταλαβαίνεις. Ας πούμε ότι μετά τη χθεσινή βραδιά, ο θαυμασμός μου για τις ελληνίδες και δη για τη Μαρία ήταν ισάξιος με το ρεκόρ των 714 homerun του Babe Ruth με τους Γιάνκις!

    Κατάλαβα γιατί την αγάπησε τόσο παράφορα ο Εμπειρίκος. Μάλιστα, έβαλα το Στεφανίδη να μου μεταφράσει ένα απόσπασμα που μου απήγγειλες χτες και που μου είπες ότι ήταν εμπνευσμένο από τη φωτογραφία της.

    “Ποιο; Δε θυμάμαι.”

    “Εδώ είναι. Εις την φαντασίωσιν ταύτην, ωσάν να ήθελε να εκδικηθή την νεάνιδα των Αθηνών, ο Σπερχής έβλεπε τώρα τον εαυτόν του ως Τούρκον γενίτσαρον, να φονεύη διά φασγάνου τον εκλεκτόν της Βεατρίκης και, ακολούθως, να μαστιγώνη την ωραίαν κόρην, την οποίαν έβλεπε γονυπετή, επί παχέος τάπητος, με την κεφαλήν της εγγίζουσαν το δάπεδον, με το φόρεμά της υψωμένον μέχρι της οσφύος, με τον κώλον της γυμνόν και τουρλωμένον, ενώ οι ακάλυπτοι γλουτοί της καθίσταντο ρόδινοι και εν τέλει πορφυροί, υπό τα δηκτικά και συρίζοντα πλήγματα του καμτσικίου του, έως που από την ερυθράν πλέον σφαιρικήν επιφάνειαν των φλεγομένων οπισθίων της, ήρχισε να αναβλύζη το αίμα. Ο Ανδρέας Σπερχής ερρίγησε. Τώρα έβλεπε τον εαυτόν του να ανατρέπη την Αθηναίαν κόρην επί του τάπητος, και ενώ εκείνη εκραύγαζε, ζητούσα βοήθειαν ματαίως, έβλεπε τον εαυτόν του ο Σπερχής να ανέρχεται επ’ αυτής και με πριαπικήν φρενίτιδα θηριώδη να την βιάζη.» 

    «Χαχαχα! You are right my friend Henry! It’s got Maria written all over it! Βρε τον πορνόγερο. Αναρωτιέμαι αν θα το εκδώσει ποτέ αυτό το πορνογράφημα!»

    «Φίλε μου, έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα, τον Τροπικό του Καρκίνου, όταν ήμουν στην τέταρτη δεκαετία της ζωής μου. Ποτέ δεν είναι αργά! Είμαι σίγουρος ότι ο Εμπειρίκος είναι απλά μπροστά από την εποχή του. Αυτό που σήμερα σοκάρει, αύριο θα είναι τέχνη. Όπως ο κώλος της Μαρίας! Η γυναίκα αυτή είναι μια έμπνευση, μια πηγή που σε ξεδιψά, το συντριβάνι της αιώνιας νιότης. Βουτάς για λίγο στην κολυμπήθρα της κι αμέσως εξαγνίζεσαι, απαλλάσσεσαι από όλα τα περιττά βάρη σου. Κι αναγεννημένος σηκώνεσαι. Έτοιμος να γυρίσεις πίσω στον κόσμο, έχοντας βρει το πραγματικό κέντρο και το πραγματικό νόημα της επανάστασης.»

    Δεν τον ξαναείδα τον Χένρι. Δυο χρόνια αργότερα άκουσα ότι έβγαλε κι άλλο βιβλίο. Προς τιμήν μου, μού είπε ο Ελύτης. Και το ονόμασε ο Κολοσσός του Αμαρουσίου! Χασκογέλασα πονηρά όταν το άκουσα. Που να ξέραν ποιος ήταν ο αληθινός κολοσσός!

     

    • Tweet
  • Is your figure less than Greek

    • 14 Feb 2012
    • 0 Responses
    •  views
    • Chet Baker My Funny Valentine
    • Edit
    • Delete
    • Tags
    • Autopost

    Λατρεύω τα τραγούδια που με κάνουν να σκέφτομαι, να ταξιδεύω, να ονειροπολώ! Δεν είναι δα και πολλά. Για αυτό είναι καλά κρυμμένα σε ένα ντουλαπάκι που φυλάω κάπου λίγο πιο πάνω από το 3ο τσάκρα μου!

    Ένα από αυτά τα τραγούδια, αναπηδά ξανά και ξανά στη ζωή μου, κάνοντάς την -έστω και στιγμιαία- ομορφότερη, τρυφερότερη, γλυκύτερη.

    Τα 9,5 λεπτά του My Funny Valentine από τον κορυφαίο για μένα τρομπετίστα Chet Baker, είναι από τις σπάνιες εκείνες φορές που με απογυμνώνουν από τον κυνισμό, τον σαρκασμό και τον αρνητισμό που μπορεί να κουβαλάω. Κάθε φορά που το ακούω, μοιάζει σαν να βουτάω στην βαθειά πλευρά της πισίνας, μετά από μια μέρα έντασης κι αυτοκαταστροφής. Και να βγαίνω νέος, δυνατός, έτοιμος να πετάξω, να παραβγώ με τον Ίκαρο.

    Δεν ξέρω τι έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο πάνω μου. Η αναγεννησιακά ρομαντική ενορχήστρωση; Η απόκοσμη, σχεδόν φάλτσα φωνή του Baker; Οι υπέροχοι στίχοι;

    Κάθε φορά είναι και κάτι άλλο. Κι αυτό για μένα είναι που κάνει το τραγούδι μοναδικό. Όταν με πλημμυρίζει με διαφορετικά κάθε φορά συναισθήματα. Όταν μου θυμίζει το εύθραστο της ύπαρξής μου αλλά και το μεγαλείο τού να είμαι άνθρωπος. Μεγάλες κουβέντες, που ξεστομίζεις για να νιώσεις την ένταση, για να αφορίσεις την μετριότητά σου.

    Πρώτα η τρομπέτα, σε εισάγει σε μια γλυκειά μοναξιά. Εκεί που είναι επιλογή σου να είσαι μόνος. Να προετοιμάσεις τον εαυτό σου να σε δεχτεί. Όπως είσαι. Όλες οι άμυνες στο χώμα. Γυμνός να γλείφεις τις πληγές των χρόνων, των ιστοριών, των αναμνήσεων. Αναρωτιέσαι τι θα ήσουν αν είχες φτάσει τελικά στην άκρη της θάλασσας. Αν είχες ανεβεί τελικά σε εκείνο το πλοίο. Αν είχες ακούσει εκείνο τον ερημίτη. Αν είχες πει καλημέρα αντί για αντίο. Αν είχες διαβάσει καλύτερα τις πινακίδες στο δρόμο. Ένας πειρατής που αναζητά απελπισμένα να κλέψει χαρές, να λεηλατήσει ευτυχίες, μήπως και κερδίσει χρόνο έτσι... να σώσει την ψυχή του.

    Και πάνω που εξαπολύεις την τέλεια επίθεση σε όσα σε "ρίχνουν", μπαίνει η αργόσυρτη φωνή του Baker. Σαν σταθμάρχης που έρχεται να σε ξυπνήσει γιατί έφτασες. Αυτή είναι η στάση σου. Εδώ έπρεπε να είσαι. Να υμνείς -όπως ο Chet- την ομορφιά του άσχημου. Του άσχημου για κάποιους ανόητους που κοιτάνε αλλά δε βλέπουν.

    Εδώ έπρεπε να είσαι. Να είσαι ευτυχισμένος με αυτό που έχεις. Αυτό έρχεται να σου πει. Μέσα από 5 απλές λέξεις ανακαλύπτεις την φύση σου, ξεκλειδώνεις τη ζωή σου. Έτσι, απλά.

    Αστεία Βαλεντίνα μου, γλυκειά και κωμική μου βαλεντίνα... με κάνεις να χαμογελάω με την ψυχή μου.

    Νιώθεις την καρδιά σου να ελαφραίνει. Τα χείλη σου σπάνε σε ένα σφικτό χαμόγελο. Κι ανασηκώνεις το πηγούνι με το ύφος τριτοετή φοιτητή που καταφέρνει να λύσει το θεώρημα του Fermat. Ναι! Αυτό είναι. Γιατί να μην μπορώ να αγαπήσω κι εγώ έτσι; Γιατί να μη μπορώ να αγαπηθώ κι εγώ έτσι;

    Η αγάπη μου είναι unphotographable, η όψη της περιγέλαστη. Κι όμως είναι το αγαπημένο μου έργο τέχνης!

    Τι κι αν η φιγούρα σου δεν μοιάζει ελληνική, ή το στόμα σου είναι λίγο αδύναμο; Εγώ δε θέλω να αλλάξεις τίποτα, ούτε μια τρίχα.

    Αν πραγματικά νοιάζεσαι για μένα.

    Το μόνο που θέλω είναι να μείνεις.

    Mείνε και κάνε κάθε μέρα, ημέρα του Αγ. Βαλεντίνου!

     

    Ακούς αυτά τα λόγια και διαπιστώνεις πόσο απλό είναι. Πόσο εύκολο!

    Και την ίδια στιγμή πόσο περίπλοκα τα κάνεις όλα. Πόσο κυνηγάς το επόμενο ωραίο... γιατί αυτό σου έμαθαν να κάνεις. Να θες κι άλλο, κι άλλο. Και να μην εκτιμάς αυτό που είναι, που έχεις.

    Κι εκεί ανακαλύπτεις ότι αυτό δεν είναι ερωτικό τραγούδι. Ή μάλλον δεν είναι το γνωστό αγαπησιάρικο τραγουδάκι που έψαχνες ν' αφιερώσεις στο καλύτερο μισό σου.

    Είναι ένα μάθημα. Φοβάμαι να πω ζωής. 

    Ένα ταξίδι στη χώρα του Ποτέ Ποτέ. Εκεί που οι άνθρωποι ξέρουν να αγαπούν.

    Αρκεί να κάνεις την κάθε μέρα Valentine's Day!

     

     

    My Funny Valentine 
    Sweet Comic Valentine 
    You Make Me Smile With My Heart 
    You're Looks Are Laughable, 
    Unphotographable 
    Yet You're My Favorite Work Of Art 
    Is Your FigureLess Than Greek 
    Is Your Mouth A Little Weak 
    When You Open It To Speak 
    Are You Smart 
    Don't Change A Hair For Me 
    Not If You Care For Me 
    Stay Little Valentine Stay 
    Each Day Is Valentine's Day

     

    • Tweet
  • My bio-graph from vizualize.me

    • 14 Sep 2011
    • 0 Responses
    •  views
    • Edit
    • Delete
    • Tags
    • Autopost

    Christosprofilevizualizeme

    • Tweet
  • A waltz in the night

    • 15 Jun 2011
    • 0 Responses
    •  views
    • Edit
    • Delete
    • Tags
    • Autopost

    She took my hand. Gave me a devilish look. She said, come on in my house, I’m going to give you candy. 


    Outside, Kiko and the lavender moon

    Out dancing making faces at a big black cat


    I walked right in.

    The place was empty.

    Just a worn out velvet couch. And a turntable. She said, make yourself at home. She walked to the turntable.


    The song started playing… Sounded like tango music. She scolded me. This is not a tango

    She came over and stood one foot away. Grabbed my hand. We started dancing. We span and span like crazy people, letting the music take over the pacing of our feet. My God she was gorgeous!


    She smelled divine too!  So delicious that made you wanna get up, go out and shout how lucky I was, because I’m a man! Yeah, I’m a man. Over 21. You know baby… we can have a lot of fun!

     


    We didn’t waist any time. We uncloaked. I moved her to the couch. Layed on top of her. We kissed. A long, desperate kiss. And I familiarized my hands with her flesh. Her lustful breasts, the slightly oversize belly…

    Down to her bikini… here comes Jeannie in her polkadot bikini, I thought to myself…


    I removed the silly bikini. I was sure she was making fun of me with that. I took it as a joke.

    My lips moved down. Seeing those short hair and smelling the stale odour of scent and sweat, I was overcome with desire for it… I’m reaching out with my hands and grabbed her sweet ass… I always get a kick out of paris…

     

    Here I go falling down, down, down… my mind is a blank, my head is spinning around and round to the Funnel of Love


    It’s such a crazy feeling, I get weak on the knees as I go deeper to the funnel of love…

    All I want is to scream… Where did you come from? How did you know I needed you so badly? How did you know I’d give my heart gladly? Yesterday I was one of a lonely people

    Now you're lying next to me

    Making love to me. Ha! I believe in miracles…

    Where you from, You sexy thing


    We made love. Again and then some. Lovers in the temporary. Amants of the ephemeral.

    Les promesses desamants. Les regrets du matin.

    I woke up the next morning! Alone! She was gone. But I didn’t care. I walk the floor and watch the door, and in between I drink Black coffee.

    Love's a hand-me-down brew. 


    I lock the door and take the stairs… Three flights. Heading to a café. To clear up my mind. The moody weather is not helping. A song comes to mind:  

    Lonely, I’m Mr. Lonely… wish I had someone to call on the phone… 






    Oof! What a downer! At Café Des Artistes I stop for a pastis. My guy will meet me. God! I haven’t smoked in so long…


    I was enjoying my pastis, when she came. Marouchka!

    Marouchka is cursed

    Marouchka dazzles

    At midnight, Marouchka is diabolical


    Come with me to the Casbah my little one, she says… We are greeted by an Arab. He smiles at her. Smirks at me. The door opens to splitting purple curtains… I sit down. She nods to the waiter for a drink. She goes to get ready for the show…

    My shit is going fast, so get your second helping,

    My brain cells are dying, young women are crying,

    but I keep on trying


    Looking around… It’s like a masked ball. Animals of all kinds. Beasts looking to suck the blood out of young virgins… But not that young. And not that virgin. It’s scary and at the same time mysterious. Like a cult gathered for the monthly sacrifice…


    The lights go out…

    Marouchka is about to perform. She had been planning this performance for a while. She’ll be “La Llorrona”, the sad tale of Maria, the weeping lady.

    They all call me black, Llorona,

    black, but they think I still care.

    But I am like the green chili, Llorona,

    yes, sharp is the flavor I wear.


    Good stuff! Only in gay Paris! A strip show of a woman crying over her husband’s betrayal. A Mexican Medea! 


    They were mesmerized! Did not blink. She was that good! I clapped along, picked up my drink and walked towards the back. Backstage. 

    Went through a cavernous path. Old and smelly and moist. A shadow blocked my way. Where do you think you’re going? “He must be new,” I thought. He does not recognize me.

    “Here for marouchka,” I reply.

    “Is she expecting you.”

    “She’d better..” I smile and stuff a twenty in his oversized palm.



    Clear. The door ahead is half open. I enter. Marouchka is changing. Hi! She says. Did you like it?

    “Loved it, darling. Only you could pull this one off. Medea stripping while killing her children… ha!”

    “Gimme a minute. To get ready.”

    “Shall I turn the other way?” I smiled, fixated on her naturally big breasts.

    “Ha, ha, it’s not something you haven’t seen before. Hell, you’ve probably seen them more than my husband.”


    “I can’t help it. Can’t you see, that I’m addicted to you. All pro photographers have their fixations.  


    “If only my hubby knew! I mean, we’re not doing anything wrong… But you know. Posing for you and your camera is the most erotic thing. It makes me feel good. Erotic. Seductive…

    After all, he gets the good stuff, not you.”

    Non rien de rien. Non, je ne regrette rien .

     


    No! Absolutely nothing...

    No! I regret nothing

    Neither the good that I've done nor the bad

    All this is much the same to me! 


    We left through the back door. The Arab was again there to greet us. Strange!

    We found ourselves lost in La Pigalle…

    the spirit free like

    someone in love

    in life we only follow

    love and then we run after it

    until it disappears,


    We went on a drinking binge. Marouchka could certainly hold her liquor! Beer first, then cocktails. Lots. A fine sampling of French bartending art. Cocktails and Green Onions. The night was young. Or… I didn’t want it to end.

    We’d go in and out holding hands. Like lovers in heat. We’d gulp down that shot and then lick the salt out of each other’s hand.

    And she smelled so magnifiscent!


    We went by the Greek neighbourhood, Little Greece or something. In between Gyros and Mousaka there was this tiny little bar… It seemed old and forgotten. Yet, it was so lively…

    The cha-cha sound drew us in…


    Don’t let me love Ne me laisse pas l’aimer

    Pourtant c’est lui que tu veux

    Ne me laisse pas l’aimer

    Et tu m’oublis peu ´a peu

    Je sais,

    Qu’un jour viendra,

    Tu tombera dans ses bras

    Ne me laisse pas l’aimer

    Mais il est deja trop tard

    Ne me laisse pas l’aimer

    Mais tu l’aime deja

    Ne me laisse pas l’aimer

    Un jour, il feut ramouche,

    Tu tombera sur sa bouche

    Tu ne peux pas resister

    Quand il viends te parler

    Je voix tes yeux

     


    I felt so good! Like a child.

    And I need you to sit me on your lap

    And I need you to make me take my nap

    Could you first pull out a book and

    Read me some of that

    Cause I need you to make me take my nap

    And I need you to recognize my friends

    Cause they're there even though

    You don't see them

    They got their own chair, plate, and a seat

    You know I won't touch my food

    Unless they eat.


    We were approaching Notre Dame. How the hell had we got here?

    She stopped to catch her breath. I stopped with her. I looked at her. God, she was beautiful.

    My logic said No. My instinct screamed YES!

    I grabbed her waist. I kissed her stupefied lips. Awkward first, passionately after. Embarrassing, finally. 


    I felt like I did a bad bad thing.

    You ever love someone so much you thought your little heart was gonna

    break in two?

    I didn't think so.

    You ever tried with all your heart and soul to get you lover back to

    you?

    I wanna hope so.

    I feel like crying


    “I apologize,” I said. “Don’t know what’s gotten into me!”

    She smiled. “No apologies tonight.”

    She made it look a lot more innocent and light…

    “After all, I put a spell on you.”

    Ha, ha, ha!

    “Because you are mine. Stop the things you do. I ain’t lying…”

    • Tweet
  • Control+Alt+Delete

    • 8 Jun 2011
    • 0 Responses
    •  views
    • Edit
    • Delete
    • Tags
    • Autopost

    Την ποίηση ποτέ δεν τη συμπάθησα. Ίσως να φταίει η φιλόλογος στο Γυμνάσιο, η κυρία Γιοβάνου... Δεν ξέρω.

    Τη σέβομαι. Απλά δυσκολεύομαι να την καταλάβω. Και πιέζομαι να την απολαύσω και να τη "νοιώσω" αλλά δεν....

    Το μόνο ποίημα που μ' έχει ταράξει, με έχει συγκλονίσει θα 'λεγα, είναι το Μονόγραμμα του Ελύτη. Κι αυτό ίσως γιατί με στοιχειώνει η ωμότητα και επαναληπτικότητα της μουσικής του Θοδωράκη για αυτό. Ίσως πάλι για τις πολλαπλές "μεταφράσεις" που επιδέχεται. Για μένα ήταν ξεκάθαρα ύμνος στον έρωτα, μέχρι που μια φίλη μου εξήγησε πως είναι ένα ρέκβιεμ για την απώλεια, το χαμό, το θάνατο... Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό, αλλά ακούγοντάς το ξανά και ξανά... ήταν ξεκάθαρο.

    Ακουστά σ’έχουν τά κύματα 


    Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς 

     

      Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ" 

      Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο 

      Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά 

    Φτάνει όμως μια νύξη. Ένα υπονοούμενο. Ένα αισθαντικό χάδι. Ένα φιλί παγιδευμένο στο άπειρο.

    Για να νοιώσεις την ποίηση. Για να πειστεί ο εαυτός σου ότι... κάτι τρέχει εδώ!

    Ένα sms που σου κλείνει το μάτι.

    Ένα mms που σε ξεδιψάει στιγμιαία.

    Μια φωτογραφία που σε διεγείρει αδυσώπητα πριν διαγραφεί για πάντα από τη μνήμη.

    Αρκετά για να εκτεθούν και να εκθέσουν.

    Αρκετά για να σε πλημμυρίσουν ενέργεια και να σε επαναφέρουν από τους νεκρούς.

    Και η καρδιά σκιρτά. Αναπηδάει θαρρείς σαν να την τσίμπησε με αυτοθυσία μια μέλισσα.

    Κι ας ήξερε ότι θα πεθάνει μετά. Λες κι ήταν χρέος της να σε αφυπνήσει.

    Γλυκό είναι το τσίμπημα τούτο. Ευπρόσδεκτο νερό στο αυλάκι του Διψασμένου Ποτέ.

    Το κινητό μου, προέκταση της ανίας μου. Διαρκής διακοπή που με αποσπά από τα πρέπει.

    Ή μήπως όχι;

    Μήπως είναι ο ενισχυτής της ψυχής μου; Η κραυγή που ρέει από το διάφραγμα; Το μεγάφωνο όλων εκείνων που καταχώνω κι απελπισμένα κοιτάνε να δραπετεύσουν;

    Δεν έχω αποφασίσει.

    Facebook, Twitter, Foursquare, Youtube, Posterous. Λέξεις πεζές, αντιποιητικές.

    Κι όμως. Τελικά συναρμολογούν μια νέα ποίηση.

    Ταμπού για το νέο, για την ευκολία, για το άμεσο.

    Ένας ποιητής πάνω από όλα υποφέρει. Αλλιώς δεν παράγει. Το βρήκα στο google.

    Μια φωτο, χίλιες λέξεις. Σκανδάλη που πυροδοτεί τη φαντασία και τη μετατρέπει σε φαντασίωση. Το διάβασα στο literotica.com!

    Και το παιχνίδι;

    Ναι, το παιχνίδι!

    "Δείξε μου λίγο στήθος. Πως είναι η ρώγα σου μετά το σεξ;"

    "Σε τι σχήμα τριμάρεις τις τρίχες του αιδοίου σου;"

    Η σειρά σου τώρα.

    Δείξε μου. Εκθέσου.

    Απόδειξε ότι αξίζεις μια κλεφτή ματιά, γλυκιέ ηδονοβλεψία της καρδιάς μου.

    Δε με νοιάζει αν ο φαλλός σου είναι μεγάλος. Όχι.

    Μη μου το δείχνεις καν. Δε θέλω να το δω.

    Το μυαλό μου είναι η σπηλιά του Νταβέλη. Αυτό είναι το λημέρι που πρέπει να αλώσεις. Και μέσα από αυτό να ξετυλίξεις το μύτο για το αιδοίο μου.

    Το ξέρω. Αυτό θέλεις. Το αιδοίο μου.

    Και δεν έχω κανένα πρόβλημα μ' αυτό.

    Είναι δικό σου.

    Αρκεί να με σαγηνέψεις. Να με αποπλανήσεις. 

    Να μου γαμήσεις τα μηνίγγια.

    Είσαι τόσο βαθιά μέσα μου όσο οι τελευταίες σου λέξεις.

    Σε νοιώθω να με διαπερνάς γιατί με ηλέκτρισε το μήνυμά σου:

    ¨Μυρίζεις θεσπέσια", μου γράφεις. Δε μου το λες. Το γράφεις.

    Κι ας είσαι εκεί να το μυρίσεις.

    "Το στήθος σου κινούμενη άμμος για να βουλιάξω, να εξαφανιστώ", γράφεις. Κι ας είσαι στο ίδιο δωμάτιο.

    Μη σταματάς. 

    Πες μου κι άλλα.

    Σαγήνεψέ με.

    Στ' όνομα όλων των γυναικών, θα σε ευγνωμονώ.

    Η πανοπλία μου, διάτρητη, θα καταρρεύσει στα απανωτά σου χτυπήματα.

    Οι ωμές λέξεις σου, οξύ που λιώνει τη σιδερένια θέληση.

    Είμαι τόσο πολύπλοκη;

    Σε κουράζω τόσο πολύ;

    Ίσως.

    Το αξίζω όμως.

    Και το αξίζεις κι εσύ! 

    Και μετά;

    Χα! Μετά delete.

    Και restart.

    Control+Alt+delete.

    • Tweet
  • The many faces of toilet paper

    • 31 Jan 2011
    • 0 Responses
    •  views
    • Edit
    • Delete
    • Tags
    • Autopost

     

    via icanhasinternets.com

    • Tweet
  • Ο κόσμος μια σκηνή και το Pasaji το θέατρο

    • 31 Jan 2011
    • 0 Responses
    •  views
    • Attica City Link Elvis Pasaji Θέατρο εστιατόριο
    • Edit
    • Delete
    • Tags
    • Autopost

    Ο Elvis, στο Are you lonesome tonight, λέει: "...the world's a stage and each must play a part..."

    Το ότι "ο κόσμος είναι μια σκηνή και ο καθένας μας πρέπει να παίξει το ρόλο του" γίνεται όλο και περισσότερο προφανές στις μέρες μας. Όπου κι αν πας, ότι κι αν κάνεις τον τελευταίο καιρό, αναλαμβάνεις να παίξεις ένα ρόλο. Πόσω μάλλον στις βραδινές εξόδους. Όπου πηγαίνουμε -θέατρο, εστιατόριο, καφέ, bar, club- μπαίνουμε με τον αναβαθμισμένο εαυτό μας: το self 2.0, που έχει πάντα για μαγιά του τον αληθινό μας εαυτό self 1.0. Από κει και πέρα είναι customized ώστε να προσαρμοστεί στις συνθήκες στις οποίες εισέρχεται.

    Στην ταινία When Harry met Sally η φιλενάδα της Sally, η Marie, λέει στην παρέα των τεσσάρων που βρίσκεται μαζί της σε ένα τραπέζι σε εστιατόριο του Μανχάταν: "Restaurants are to people in the 80's what theatres were to people in the 60's." Θα έλεγα ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά από τότε, κάτι που καθιστά την ατάκα διαχρονική (μαζί με πολλές άλλες αυτής της ταινίας άλλωστε).

    Βάζοντας λοιπόν τα 2 παραπάνω μαζί, βγαίνει ότι "the world is a restaurant and each must play a part".

    Γιατί το λέω αυτό;

    Γιατί βρέθηκα για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε ένα εστιατόριο με αυτήν ακριβώς τη φιλοσοφία.

    Βρέθηκα στο Pasaji, μεσημέρι Σαββάτου. Λόγω της θέσης του, στην στοά Σπύρου Μήλιου, στο City Link, το εστιατόριο ήταν το place to be, όπως φαινόταν, για όλους αυτούς τους κουρασμένους weekend warriors που λίγο πριν είχαν κονταροχτυπηθεί μπροστά στα ράφια του Attica για το 60% off Burberry's ζιπουνάκι...

    Media_httpa2sphotosak_bukaf

    Καθίσαμε στο χώρο του μπαρ, μπροστά από τον ευγενέστατο sushi chef. Το εστιατόριο έμοιαζε με μελίσσι. Με σερβιτόρους και σερβιτόρες στο ρόλο των κηφηνών να τρέχουν πανικόβλητοι να προλάβουν το "ντου" που τους είχαν κάνει και τη βασίλισσα-οικοδέσποινα στο ρόλο της... οικοδέσποινας. Η Ολυμπία, έτσι τη λένε, ήρθε προς το μέρος μας. Αν και είχε 10 άτομα πάνω από το σβέρκο της να αναπνέουν απειλητικά σαν άτια προσμένοντας -σχεδόν απαιτώντας- ένα πολυπόθητο τραπέζι, εκείνη με ύφος χαλαρό, εγκάρδιο και καθησυχαστικό μας χαμογέλασε και μας είπε ότι κάποιος θα ερχόταν σύντομα για την παραγγελία μας.

    Χαλαρώσαμε, παραγείλαμε ένα ποτό στο μεταξύ, και χαζεύαμε τον ξέφρενο ρυθμό του προσωπικού σε πλήρη αντιπαράθεση με την χαλαρότητα και νωχελικότητα σαββατοκύριακου των θαμώνων. Μόνο που κανείς δεν καταλάβαινε τον αγώνα του προσωπικού να ανταπεξέλθει στην μαζική προσέλευση. Από τη μία οι υπέροχοι lounge ήχοι του dj κάλυπταν το βουητό και την τρεχάλα κι από την άλλη το πόσο cool κατάφερναν να δείχνουν όλοι τους, από την οικοδέσποινα και το manager μέχρι τους σερβιτόρους, όλα δούλευαν για την ικανοποίηση και ευχαρίστηση των πελατών.

    Γιατί εκεί παίζεται η διαφορά του καλού από το μέτριο εστιατόριο. Θεωρώντας φυσικά την ποιότητα δεδομένη. Κι όταν μάλιστα υπογράφεται από έναν από τους κορυφαίους σεφ της χώρας, τότε απλά παύω να αγχώνομαι για το φαγητό και οι προσδοκίες μου μετατοπίζονται στην ικανοποίηση άλλων αισθήσεων πλην της γεύσης.

    Καθώς ο βραχύσωμος σερβιτόρος έπαιρνε την παραγγελία μας, παρατηρούσα έναν άλλο, με κεφάλι, να μπαίνει στη σάλα με κινήσεις χορευτή salsa. Λυγερόκορμος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και σιγουριά, στροβιλίστηκε στη lounge εκδοχή του Ικαριώτικου, και με το δίσκο στο χέρι "όρμησε" στη σάλα. Την ίδια στιγμή, η Ολυμπία έμπαινε στο ρόλο της νταντάς "σαγηνεύοντας" το μωρό στο διπλανό τραπέζι που προσπαθούσε να φάει τις πατάτες του, ενώ ο bartender χάιδευε ένα κοκτέιλ σε ιριδίζον χρώμα.

    Όλα με θεατρικότητα, με μπρίο, με ένταση. Κάποιοι από το προσωπικό έμοιαζαν κιόλας με ηθοποιούς. Μακάρι να ήταν. Γιατί αυτό είναι που πραγματικά λείπει από τα ελληνικά εστιατόρια του βεληνεκούς του Pasaji. Κι αυτό είναι που κάνει το Pasaji να ξεχωρίζει κι εμένα να θέλω να πάω ξανά και ξανά. Όχι μόνο το καλό φαγητό. Αυτό άλλωστε θα μπορούσα να το φτιάξω και σπίτι μου. Στο εστιατόριο πάμε για άλλους λόγους, όσο αιρετικό κι αν ακούγεται αυτό. Πάμε με τον Self 2.0, να δούμε και να μας δούνε, να κουβεντιάσουμε, να ευχαριστηθούμε, να μας φροντίσουν, να μας κάνουν να νιώσουμε ξεχωριστοί. Όλες οι αισθήσεις σε πλήρη διέγερση!

    Πληρώσαμε το λογαριασμό και στην έξοδο η Ολυμπία, που μόλις είχαμε γνωρίσει, ήρθε να μας αποχαιρετήσει με ένα φιλί. "Έτσι είμαι εγώ. Φιλάω...", είπε χαριτωμένα.

    Βγήκαμε στο δρόμο χαμογελαστοί κι ευδιάθετοι, έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την κατήφεια μιας πόλης εκπτώσεων, μεταφορικά και κυριολεκτικά.

    Κι αυτό χάρη στους φίλους μας -γιατί έτσι τους θεωρούμε πλέον- στο Pasaji.

     

    • Tweet
  • IMC 2010 ή αλλιώς "ποιος πήρε το τυρί μας;"

    • 21 Dec 2010
    • 4 Responses
    •  views
    • Edit
    • Delete
    • Tags
    • Autopost

    Υπάρχει ένα ωραίο βιβλίο-παραβολή που γράφτηκε το 1998 από τον Spencer Johnson. Λέγεται Ποιος πήρε το τυρί μου (Who moved my cheese) και μιλάει για 2 ποντικάκια και 2 ανθρωπάκια που ζούσαν σε έναν λαβύρινθο με σκοπό μια μέρα να φτάσουν στον Cheese Station C, τον τελικό προορισμό όπου υπήρχε το πολυπόθητο τυρί που έψαχναν μια ζωή. Όταν τελικά έφτασαν εκεί, ικανοποιημένοι με τα "εύρετρά τους" οι μικροί άνθρωποι έφτιαξαν μια ρουτίνα γύρω από το τυρί τους και... στην πορεία έγιναν υπερόπτες. Όχι όμως και τα ποντικάκια. Μετά από καιρό, τα 2 ποντικάκια έφτασαν μια μέρα στον Κεντρικό Σταθμό Τυριού για να διαπιστώσουν ότι οι προμήθειες είχαν εξανεμιστεί. Επειδή το περίμεναν αυτό και είχαν προετοιμαστεί ψυχολογικά, δεν ανησύχησαν. Απλά πήραν στον ώμο το δισάκι τους και κίνησαν μαζί να βρουν αλλού τυρί. Την ίδια μέρα, έφτασαν στον Σταθμό και τα ανθρωπάκια. Μόλις διαπίστωσαν ότι το τυρί τους είχε εξαφανιστεί, εξοργισμένοι αναρωτιούνται: "Ποιος πήρε το τυρί μας;" Κάθονται εκεί, στον άδειο σταθμό, απροετοίμαστοι για αυτό που τους συνέβη, να κλαίνε τη μοίρα τους, να οδύρονται για το κακό που τους βρήκε, να καταριούνται όποιον τους πήρε το τυρί. Το βράδυ πάνε πίσω στο σπίτι, πεινασμένοι. Την επόμενη μέρα, ξανά πίσω στον Σταθμό, το ένα από τα 2 ανθρωπάκια πετάει την ιδέα "μήπως να πάμε να ψάξουμε αλλού για τυρί;" όμως το άλλο, οργισμένο από την αδικία και το γεγονός ότι έπεσε θύμα καταστάσεων, απορρίπτει την πρόταση...

    Γιατί χρησιμοποιώ αυτήν την παραβολή;

    Γιατί ήμουν κι εγώ χτες στο IMC 2010 (Interactive Marketing Conference 2010) το οποίο είχε τίτλο i-VOLVE: From "Tomorrow" to "Now". Πήγα με υψηλές προσδοκίες, ειδικά για τους ξένους προσκεκλημένους που φάνηκε να διαθέτουν περγαμηνές και πράγματα να μοιραστούν. Όταν επιτέλους τελείωσε, γύρω στις 6 το απόγευμα, έφυγα από το κτήριο της Εθνικής Ασφαλιστικής με μια περίεργη αίσθηση. Κάτι μεταξύ απορίας και απογοήτευσης. Έθεσα στον εαυτό μου την ερώτηση: "Τι θα πεις αύριο στην εταιρεία σου που σε έστειλε εκεί να μάθεις πράγματα; Τι έμαθες σήμερα;"

    Προσπάθησα να σκεφτώ κάτι που πραγματικά μου τράβηξε την προσοχή και το οποίο με χαρά θα μοιραζόμουν με τους συναδέλφους μου. Το μόνο που μου ερχόταν στο μυαλό ήταν η έλλειψη wifi κάλυψης από μια τέτοια διοργάνωση που φέρει το βαρύγδουπο "interactive" στον τίτλο της και η έλλειψη του νέου, του συναρπαστικού. Είπα ότι μιλούσε ο παλιός κακός Παρθένος μέσα μου. Δεν ήθελα να γκρινιάξω. Για αυτό, έδιωξα κάθε σκέψη από το μυαλό μου, υποσχέθηκα να το ξανασκεφτώ την επομένη φρέσκος και χαλαρός, και πήγα δίπλα, στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, πήρα εισιτήρια για το Αόρατο Τσίρκο και γύρισα σπίτι.

    Ξύπνησα την επομένη, λοιπόν, και ετοιμάστηκα για να πάω στο γραφείο. Στο δρόμο και καθώς οδηγούσα, σκεφτόμουν και πάλι το συνέδριο και τι θα έλεγα στους συναδέλφους μου που θα με ρωτούσαν.

    Δυστυχώς όμως, τα αρνητικά είχαν παίξει τα θετικά μονότερμα και τα είχαν κατατροπώσει με το εξευτελιστικό σκορ του 10-1!

    Κατ' αρχήν, δεν κατάλαβα ποιος ήταν ο λόγος ύπαρξης του συγκεκριμένου συνεδρίου. Θεώρησα ότι θα έβλεπα το "Μέλλον" "Σήμερα", όπως μου υποσχόταν ο τίτλος. Δεν είδα τίποτα που να μου έδειχνε το μέλλον, εκτός ίσως από μια παρουσίαση-αναφορά του Μιχάλη Σαραντινού, της Steficon που προσπάθησε να αγγίξει το θέμα των emerging technologies & media. Βέβαια αυτό ήταν στο τέλος του συνεδρίου κι ενώ είχαμε μείνει 50 ηρωικά άτομα εκεί. Είμαι σίγουρος ότι εκτός αυτών που είχαν κάποια εμπλοκή με τους ομιλητές του πάνελ (ηθική υποστήριξη, συναδελφικότητα, ή απλά υπαλληλική σχέση που υπαγόρευε την παρουσία τους) οι υπόλοιποι ήμαστε εκεί για να δούμε που τελικά θα πάει αυτό το "ατελείωτο" συνέδριο και μήπως τελικά θα ήμαστε η ελίτ που η επιμονή και υπομονή μας θα μας επιβράβευε με κάποιο διαμάντι. Φευ!

    Για να είμαι δίκαιος όμως, πρέπει να αναφέρω τις αντίξοες συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθει το συνέδριο. Η απεργία των ΜΜΜ και το κομφούζιο στους δρόμους το έκαναν να ξεκινήσει στις 11.15πμ αντί για 10πμ. Όχι ότι θα άρχιζε στην ώρα του έτσι κι αλλιώς, αλλά τουλάχιστον είχε καλή δικαιολογία. Επίσης 3 εκ των ξένων προσκεκλημένων είχαν αποκλειστεί λόγω κακοκαιρίας και δε μπόρεσαν ποτέ να φτάσουν. Ο ένας εξ' αυτών, ο Alex Dale, GM Microsoft Consumer & Online CE Europe, είχε την ευγένεια και τον επαγγελματισμό να στείλει την παρουσίασή του και ένα στέλεχος από την Microsoft Ηellas να την κάνει και να προσπαθήσει να "μπει" στα παπούτσια του. Οι άλλοι 2, ο Chris Bishop, Founder & MD, 7Things Media και ο Luc Tran-Thang, VP & Head of Orange Advertising Business Worldwide, ακόμα αγνοούνται. 

    Στο συνέδριο υπήρξε η σωστή -θεωρώ- προσέγγιση του να μην προσκληθούν μόνο αγγλοσάξονες όπως συνήθως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά άνθρωποι που κάνουν εξαιρετική δουλειά από άλλες χώρες. Για αυτό τόσο για τον Jan Rezab, Co-founder Candytech από την Τσεχία, όσο και για τον Γάλλο Thomas Jestin, Co-Founder & GM KRDS, οι προσδοκίες ήταν υψηλές. Πόσω δε μάλλον που μιλούσαν για το πιο "καυτό" θέμα της εποχής, την επικοινωνία και προβολή των μαρκών στο facebook!

    Δυστυχώς όμως κι από τους 2 ομιλητές δεν πήρα τίποτα. Έδειξαν κάποια case studies με δουλειές τους που ούτε ενέπνευσαν, ούτε προκάλεσαν. Ήταν ιδέες που ήδη έχουμε δει και στην Ελλάδα. Άσε που υποτίμησαν το κοινό στο οποίο απευθύνονταν. Δεν ξέρω αν σε αυτό ευθύνεται και η οργανωτική επιτροπή, αλλά όταν μιλάς για την ελληνική αγορά, οφείλεις από ευγένεια και σεβασμό τουλάχιστον να ξέρεις για τι μιλάς.

    Ο Τσέχος Jan Rezab μας την "είπε" επειδή είμαστε 3 εκατ. στο facebook -όσο και οι Τσέχοι-, αλλά οι μάρκες με τα fan page τους δεν έχουν πάνω από 80.000 fans η καλύτερη! Ο καλύτερος για τον Jan ήταν το fan page του MTV Greece με 80.000 fans. Και βέβαια, είχε χρησιμοποιήσει το δικό του εργαλείο το socialbakers.com με στατιστικά του facebook, για να βρει τις global μάρκες στο ελληνικό facebook. Κανείς από την οργανωτική επιτροπή δε βρέθηκε να του εξηγήσει ότι υπάρχουν ελληνικές μάρκες που είναι κατά πολύ "μεγαλύτερες" από το MTV Greece; Κανείς δε βρέθηκε να του μιλήσει για το topfacebook.gr όπου υπάρχουν μάρκες όπως η Lacta με 250.000+ fans ή το What'sUp με 120.000+ fans;

    Όσο για τον Γάλλο, λυπάμαι που το λέω, αλλά επιβεβαίωσε το στερεότυπο που θέλει τους Γάλλους υπερόπτες. Αφού μας εξήγησε τα ΒΑΣΙΚΑ του Facebook, όπως για παράδειγμα γιατί fan page κι όχι group, αναρωτήθηκε αν στην Ελλάδα έχουμε engagement ads στο facebook, υποθέτοντας την ίδια στιγμή ότι δεν έχουμε γιατί εμείς είμαστε υπανάπτυχτοι. Ευτυχώς ο Οδυσσέας Ντότσικας, που ήταν σε ρόλο κονφερανσιέ και προτού προλογήσει τον επόμενο ομιλητή, έσωσε την τιμή και υπόληψή μας, απαντώντας του ότι ΝΑΙ έχουμε και στο Ελλάντα engagement ads. 'Οπως κάποιος από το κοινό είπε χαρακτηριστικά, δεν είδαμε τίποτα που να μην είναι στο Facebook Marketing Solutions του Facebook.

    Για το Marvin Liao, Commercial Director EMEA Expansion Markets, Yahoo!, έχω να πω ότι ήταν μεστός, έδειξε τις δυνατότητες της εταιρείας του και έδειξε πως και το digital signage πρέπει να είναι μέρος του mix. Όσο για την παρουσίαση του Alex Dale, θα περίμενα να δω case studies πολύ πιο νέα από αυτά της Ford στα social media...

    Σε γενικές γραμμές, αυτό που είδαμε στο μεγαλύτερο μέρος του συνεδρίου ήταν από ωμά pitches εταιρειών μέχρι αστεία case studies πελατών που σε καμμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονταν στο ρόλο και τον τίτλο του συνεδρίου (κύριοι, το ότι κάνατε διαγωνισμό στο facobook, δώσατε δώρα και "αγοράσατε" fans, δεν είναι είδηση). Το μόνο case study πελάτη που πραγματικά άξιζε προσοχής ήταν το "Μάθε κλικ" της ΟΠΑΠ ΑΕ. Το συγκεκριμένο ήταν και καινοτόμο και ελληνικό. Αδικήθηκε δε από την παρουσίασή του, αλλά για αυτό όπως έμαθα έφταιγε η επιτροπή που είχε ζητήσει 5 slides, no videos από τους παρουσιαστές(!!!).

    Μιλώντας για τους παρουσιαστές ως παρουσιαστές... με εξαίρεση τον Κωνσταντίνο Καμάρα της 24Media και τη χαρακτηριστική του άνεση, ο μέσος όρος κυριάρχησε. Ένα tweet μάλιστα έδειξε την κατάσταση: "οι ομιλητές του πάνελ θα πρέπει να εξασκηθούν στο twitter για να κάνουν σύντομες τοποθετήσεις #imc2010 #just_an_idea".

     

    Για να πάμε στο κομμάτι των πάνελ. Οι Πελάτες (Τράπεζα Πειραιώς, Vodafone, Ελαίς-Unilever & Ford Motor Hellas) προσπάθησαν να επιδείξουν εν συντομία τις πραγματικά φιλότιμες και αξιόπαινες σε πολλές περιπτώσεις προσπάθειες που έχουν κάνει στο χώρο της online επικοινωνίας, αλλά έμοιασαν ως γυμνοί βασιλιάδες όταν αναγκάστηκαν να απαντήσουν στην ερώτηση "ποιο είναι στο online budget σας". Με εξαίρεση τη Ford Motor Hellas, μίλησαν για 2-3%! Και δαγκώθηκαν...

    Για να φτάσω στο τελευταίο πάνελ και ίσως το πιο "συναρπαστικό". Κι ενώ το θέμα ήταν οι αναδυόμενες τεχνολογίες και κυρίως το mobile, εδώ το λόγο και τις εντυπώσεις μονοπώλησε ο Θωμάς Σιωζόπουλος, CEO Pegasus Interactive. Ο οποίος έβγαλε κραυγή αγωνίας για το που πάμε. Για το ότι "εσείς οι κακοί διαφημιζόμενοι" πάτε και δίνετε τα φράγκα σας στις ξένες πολυεθνικές τύπου google & facebook αντί να στηρίζετε τα ελληνικά μέσα. Άτιμη παγκοσμιοποίηση! Και συνέχισε την κραυγή (ή κλάμα κατά άλλους) λέγοντας ότι όλα αυτά που κάνει ο Πήγασος είναι τεράστιες επενδύσεις που δε φέρνουν τα αντίστοιχα κέρδη, γιατί οι πελάτες πάνε και χώνουν τα cpm,cpc & cpa τους σε αμφιβόλου ποιότητας και περιεχομένου sites που είναι πολύ φθηνότερα αντί για το ποιοτικό και αξιόπιστο περιεχόμενο του Πήγασου.

    Και κάπου εκεί ήταν που μου ήρθε στο μυαλό η παραβολή στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω.

    Στην εποχή του slideshare, του WIRED, του FastCompany, του Monocle, του Contagious, του TrendWatching, του TrendOne, του TED, του Jelly  και του ελληνικού Open Coffee, πως είναι δυνατό να εμφανίζεις στην αγορά ένα τέτοιο συνέδριο; Χωρίς έμπνευση, χωρίς νεύρο, χωρίς παλμό, χωρίς συναρπαστικούς ομιλητές;

    Πως είναι δυνατόν να αγνοείς το κατ' εξοχήν κοινό σου -καλώς ή κακώς είναι κυρίως οι "interactive"- και να υποτιμάς τη νοημοσύνη του; Ακόμα και οι πελάτες που ήταν εκεί (και οι 10), ήταν πλήρως εξοικειωμένοι και γνώριζαν παραπάνω από όσα ειπώθηκαν. Αν και οι περισσότεροι ήρθαν όχι για να ακούσουν αλλά για να πουν... και να την κάνουν αμέσως μετά.

    Αλήθεια, αυτή η πεφωτισμένη ομάδα που αποτελεί το ΙΑΒ HELLAS δεν έχει πάει σε κάποιο Open Coffee, ή στο Social Media συνέδριο του Ινστιτούτου Επικοινωνίας; Αν όχι, θα τους παρακαλούσα να μιλήσουν με το Γιώργο Τζιραλή (@gtzi) και την Σώτω Μητρόγλου (@sotomi) αντίστοιχα. Θα σας πουν πολλά για ένα καλά οργανωμένο, σφικτό και ουσιώδες συνέδριο, με σκοπό ύπαρξης και στόχους. Θα σας πουν για την αυτονόητη ύπαρξη wifi στην αίθουσα, για το μη-αποκλεισμό όσων δε μπόρεσαν να παρευρεθούν (streaming?) και το live tweeting που τόσο επιδεικτικά αγνοήθηκε.

    Κλείνω με το μακράν καλύτερο και πιο RT tweet του @Freddos που συνοψίζει αυτό που συνέβη χτες: Το ίντερνετ στην Ελλάδα μοιάζει με το Σωτήρη Νίνη. Γεννήθηκε στα 90ς και ακόμα το λένε "ταλέντο, ελπίδα για το μέλλον".

     

    Υ.Γ I didn't have time to write a short letter, so I wrote a long one instead - Mark Twain

     

     

     

    • Tweet
  • Mad Men's Christina Hendricks does London Fog

    • 1 Sep 2010
    • 0 Responses
    •  views
    • Edit
    • Delete
    • Tags
    • Autopost
    Christina Hendricks, the luscious Joan Holloway from Mad Men is the new London Fog gal!
    After subtly promoting the London Fog brand in the series Mad Men, London Fog is smart enough to cash in on that.
    And having Christina Hendricks as their new ambassador is a winner!

    Watch the delicious video of the photo shoot From @fastcompany

    • Tweet
  • « Previous 1 2 3 Next »
  • About

    Just a man looking for answers

    4924 Views
  • Archive

    • 2012 (5)
      • April (1)
      • March (2)
      • February (2)
    • 2011 (5)
      • September (1)
      • June (2)
      • January (2)
    • 2010 (13)
      • December (1)
      • September (1)
      • May (2)
      • April (4)
      • March (3)
      • February (2)
    • 2009 (2)
      • October (2)

    Get Updates

    Subscribe via RSS
    TwitterFacebookFriendfeedBlogger