Με το Μάρκο γνωριστήκαμε το ’35. Αναπάντεχα θα λεγα. Στη Λέσχη Καλλιτεχνών, στη διάλεξη που έδινα "περί σουρεαλισμού".
Ένας κοινός φίλος μας είχε συστήσει. Δεν ήξερε πως είχε βρεθεί εκεί. Κι αυτό ίσως ήταν το σουρεαλιστικό της υπόθεσης
-- Εμπειρίκος; Από τη Σύρα;
-- Μπορείτε να το πείτε κι έτσι. Ρουμανία γεννήθηκα. Αλλά στη Σύρο μεγάλωσα.
-- Τον Εμπειρίκο με τα καράβια τι τον έχεις;
-- Πατέρας μου. Δυστυχώς.
-- Δυστυχώς; Δεν ξέρω δυστυχώς ή ευτυχώς, ο μάγκας έχει πολύ παρά. Είσαι κι εσύ του... σιναφιού;
-- Αν εννοείτε των καραβιών, περίπου.
-- Ααααα! Δυστυχώς, περίπου, ίσως... Έτσι μιλάτε εσείς εδώ μέσα;
Ήταν ο πιο αληθινός άνθρωπος που είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Αυθεντικός. Ντόμπρος. Και στην κατάστασή μου, αυτό ήταν βάλσαμο στην ψυχή μου.
Η προσποίηση ήταν εκείνο τον καιρό η φωτιά που με έκαιγε έσωθεν. Μια αργή φλόγα. Ωσάν να με σουβλίζανε, αμνός τρυφερός του Πάσχα.
Τα ναυπηγεία Εμπειρίκου δεν ήταν για μένα. Το ‘χε καταλάβει και ο πατέρας. Από τότε που είχα επιστρέψει από το Παρίσι, μόνο για σκαριά και καρίνες δεν ήθελα να μιλήσω. Πειραιάς, Ερμούπολη κάθε τόσο. Και τ’ ανάμεσα; Μια ανάσα ποίησης. Λίγη ζωγραφική. Και καλή παρέα με τον Κατσίμπαλη, το Σεφεριάδη και τα άλλα ρεμάλια.
Είχα αποφασίσει να φύγω από την επιχείρηση τη μέρα της διάλεξης.
Ο Μάρκος, με τον τρόπο του ομολογουμένως, με βοήθησε.
-- Η αλήθεια είναι ότι δουλεύω στα ναυπηγεία Εμπειρίκου. Αλλά, ξέρετε κύριε... Βαμβακάρης, είπαμε;
-- Μάρκος...
--- Ξέρετε, Μάρκο; Η αλήθεια είναι πως τελείωσα. Κι είστε ο πρώτος που του το λέω. ΝΑΙ! Τελείωσα! Δεν θα ξαναπάω στον ταρσανά. Δε θα ξαναεπιβλέψω καράβια να χτίζονται. Τ’ αποφάσισα απόψε. Μιλώντας σε αυτήν εδώ την αίθουσα, κατάλαβα ότι ανήκω αλλού. Κι είναι καιρός να κάνω αυτό που εγώ θέλω.
-- Α γεια σου, Ανδρίκο! Είσαι τσίφτης το λοιπόν. Μόνο, μάγκα μου, φρόντισε να ‘χεις ένα πιάτο φαγί να τρως... Εγώ τι νομίζεις; Για αυτό ήρθα εδώ. Μου παν ότι έχει μάσα, κι ήρθα. Ο γέρος μου το λεγε συνέχεια: Δες φαγητό, έμπα. Δες ξύλο, κάντηνα.
-- Χα! Μάρκο, πάμε μαζί να δούμε τι έχει. Να σε κεράσω ένα κρασί;
-- Ξεκίνα με το ένα και βλέπουμε.
-- Και τι κάνετε... Μάρκο;
-- Τι εννοείς;
-- Τι επαγγέλλεστε; Με τι ασχολείστε
-- Οργανοπαίχτης. Ρεμπέτης. Τελευταίως και τραγουδιστής.
Είχα ακούσει για αυτό το ρεύμα των... ρεμπετών. Αλλόκοτοι άνθρωποι. Απόκληροι και τελειωμένοι. Στα υπόγεια και την παρανομία. Και που και που απελευθέρωναν τη μιζέρια και την απελπισία τους στο μπαγλαμά και το μπουζούκι. Όταν δεν καπνίζανε βέβαια... Στους τεκέδες ακούγονταν αυτό... το είδος. Θυμάμαι ο Κατσίμπαλης μας είχε παίξει στο γραμμόφωνο ένα κομμάτι από τον... αχ πως το λέγαν;... τον Μπάτη. Στις Φυλακές του Ωρωπού! Και μετά μια Ρόζα Εσκενάζυ!
-- Και τι τραγουδάτε;
-- Ότι κάνει τον κόσμο να γλεντά. Χασάπικα, Ζεμπέκια...
Με αιφνιδίασε η απάντησή του. Πως θα μπορούσε να διασκεδάσει τον κόσμο ένας ρακένδυτος σχεδόν άνδρας με φωνή που μόλις και μετά βίας κατόρθωνε να ορθώσει το ανάστημά της. Η βραχνάδα του ήταν η δήλωση (ή απόδειξη;) του λουλά και της κοκαΐνης κι ότι άλλου καπνίζεται. Και με το Μεταξά στα πράγματα... δεν τους έβλεπα να αντέχουν και πολύ οι... ρεμπέτες.
-- Στη Σύρο τους διασκεδάζετε;
-- Περαία. Εκεί μένω. Με τον αδερφό μου και το Μπάτη.
-- Το Μπάτη είπατε; Έχω ακούσει τραγούδια του..
-- Ναι, είναι ωραίος ο μπαγάσας ο Μπάτης.
-- Σύρο; Δεν πάτε;
-- Κάθε καλοκαίρι. Στην Άνω Χώρα. Εκεί γεννήθηκα.
-- Άνω Χώρα; Καθολικός ε;
-- Τι σημασία έχουν αυτά; Ο καθένας τη θρησκεία του. Για μένα θρησκεία είναι τα τραγούδια μου. Είναι δώρα για να ακουμπάνε την ψυχή...
Και πάλι με αιφνιδίασε. "Δώρα για να ακουμπάνε την ψυχή"! Δεν το είχα φανταστεί ποτέ έτσι. Μου έκανε τεράστια εντύπωση αυτός ο ψηλός άνδρας με το περιποιημένο μουστάκι. Είπαμε να ξαναβρεθούμε.
Και ξαναβρεθήκαμε καναδυό φορές.
Βρεθήκαμε Δραπετσώνα.
Σε ένα κουτούκι που τραγουδούσε.
Μόλις είχε γράψει το Κορόϊδο...
Τα ’πιες και μας εσούρωσες κι ήρθες για να μας βρίσεις
και δεν κοιτάς τη τύφλα σου, κορόιδο, παρά μας φοβερίζεις,
και δεν κοιτάς τη τύφλα σου, κορόιδο, παρά μας φοβερίζεις.
-- Μάρκο, θα ήθελα να σε φωτογραφίσω. Την ώρα που τραγουδάς. Εδώ με την σπείρα σου.
-- Και δεν τραβάς. Τι με μέλλει εμένανε;
Μια μέρα τον είχα καλέσει σπίτι. Εντυπωσιάστηκε με το μέρος.
-- Ξέρεις, ο γέρος μου δούλευε για τον δικό σου. Καρβουνιάρης. Καρβούνιαζε τα καράβια του Εμπειρίκου. Και τώρα μπαίνω στο τσαρδί ενός Εμπειρίκου. Τι θα λεγε ο πατέρας άραγες;
-- Έλα από δω. Να σου δείξω που δουλεύω.
Τον πήγα κατευθείαν στο ατελιέ μου. Δεν ήθελα να νιώσει άσχημα με την πολυτέλεια του σπιτιού μου. Του έδειξα τους πίνακες που ζωγράφιζα. Και μερικές φωτογραφίες.
Στάθηκε σε μια.
-- Τι είναι τούτο;
-- Α! Φίλε Μάρκο, αυτό είναι φωτογραφία της γυναίκας-όραμα. Όπως βλέπεις, πόζαρε για μένα για να τη ζωγραφίσω και σε ένα διάλειμμα τράβηξα και φωτογραφίες. Αυτήν και τον πίνακα μαζί. Σ’ αρέσει;
-- Έτσι; Ολοτσίτσιδη;
-- Ήταν δική της ιδέα. Η Μαρία είναι μια γυναίκα από τις λίγες... Είναι... πως να στο πω να καταλάβεις; Είναι η δημιουργία. Είναι Θεός και γκρεμνός μαζί. Μια θάλασσα που η φουρτούνα της σε κατασπαράζει και η γαλήνη της σε νανουρίζει σαν μικρό παιδί στα σπλάχνα της μάνας του. Είναι το τραγούδι που γράφεις για να υμνήσεις την ευμορφιά της αλλά και να ξορκίσεις μαζί τα μάγια της.
-- Πολύ την αγαπάς μάγκα μου και δεν κάνει. Άμα δείξεις της γυναίκας αδυναμία, είναι σαν τον σκύλο. Σου χυμά και σε δαγκώνει;
-- Φίλε μου ίσως και να ‘χεις δίκιο! Έλα. Σου ‘χω καλό κρασί. Από τη Σύρα. Να θυμηθούμε την πατρίδα. Στις γυναίκες μας, λοιπόν.
-- Εβίβα! Πάντως το χει μπόλικο... το μαστάρι η...
-- Μαρία! Ναι το χει. Αν και η πλάτη της με μαγεύει περισσότερο.
-- Αμ καλά το λέει ο Μπάτης, ότι εσείς οι διανοούμενοι είστε άλλη φάρα! Άκου την πλάτη της!
Γελάσαμε πολύ κείνο το βράδυ, θυμάμαι.
Ήπιαμε και μετά ο Μάρκος έβγαλε το μπαγλαμαδάκι του κι έπαιξε. Είχε αρχίσει να μ’ αρέσει αυτή η μουσική. Δεν ξέρω αν ήταν η μουσική ή η γοητεία της θλίψης που κουβαλούσε. Μια μουσική αλήτικη αλλά και λεβέντικη. Αληθινή. Με πόνο...
Την επομένη έπρεπε να εξηγήσω τα ανεξήγητα, αλλά... δε βαριέσαι. Περάσαμε καλά.
Κι ανανεώσαμε το ραντεβού μας για το καλοκαίρι, στη Σύρο.
Ερμούπολη. Καλοκαίρι του 35.
Η ανηφόρα για την Άνω Χώρα ήταν βασανιστική. Η ζέστη με μαστίγωνε αλύπητα, μαζί με τις τεράστιες μύγες... Πήγαινα να βρω το Μάρκο. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι έπαιζε απόψε σε κάποιο καφενέ.
Ο ιδρώτας μου ποτάμι, δημιουργούσε ρυάκια ελευθερίας γύρω από το ψάθινο καπέλο μου.
Έφτασα ψηλά. Κοντά στην εκκλησία του Σαν Τζώρτζη. Η πλατεία ήταν γεμάτη. Είχε ήδη πολύ κόσμο για το πανηγύρι. Τον αγαπούσε το Μάρκο ο κόσμος. Είχε καλό όνομα. Έρχονταν από παντού να τον ακούσουν. Από Ερμούπολη, από Γαλησσά, Πισκοπειό, Φοίνικα, Ντε λα Γκράτσια... Να πάρουν τα "δώρα του, που ακουμπούν την ψυχή τους".
Κι αυτός εκεί. Αγέρωχος σαν το πλάτανο κάτω από τον οποίο καθόταν. Πληθωρική μορφή. Απαιτούσε σεβασμό. Έπαιζε και τραγουδούσε. Με τον αδερφό του και τον Μπάτη και τον πιανίστα το Ροβερτάκη. Κι έπινε. Έπινε νταμιτζάνες από «κοκκινέλι».
Του χα μια έκπληξη.
Είχα μάθει ότι και η Μαρία θα ήταν στην Σύρο.
Έψαξα και τη βρήκα. Και δώσαμε ραντεβού στην Άνω Χώρα.
Ήθελα να τη γνωρίσει.
Να δω αν θα καταλάβαινε τι του έλεγα... Τι εννοούσα. Κι είχα περιέργεια να μου πει τη γνώμη του.
Έπαιζε την μεγάλη του επιτυχία. Αυτήν που μόλις είχε γραμμοφωνήσει στην Odeon.
Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας
και να 'κουγες τον μπαγλαμά και τις διπλοπενιές μας.
Να κάτσεις να φχαριστηθείς ν 'ακούσεις και λιγάκι
θέλεις δε θες να σηκωθείς βόλτα για ζεϊμπεκάκι.
Ν' ακούσεις και το αραμπιέν και το καραντουζένι
και σέ λιγάκι θα 'λεγες ο αργιλές να γένει.
Θα σου φύγουν οι καημοί θα σπάσεις νταλκαδάκι
απ' τις πενιές που θ' άκουγες από το μπουζουκάκι
Αναζήτησα τη Μαρία στο πλήθος. Δεν ήταν και δύσκολο να την ξεχωρίσω. Αν και μικροσκοπική, είχε ένα ειδικό βάρος. Ένα εκτόπισμα που έκανε κάθε ανθρώπινο ον δίπλα της, να φαντάζει απλά αδιάφορο.
Φιληθήκαμε ως φίλοι. Τέτοιοι ήμαστε άλλωστε. Άσχετα από τι κυκλοφορούσε στο κεφάλι μου και στα όνειρά μου.
Κάθισε δίπλα μου. Σε ένα από τα τραπέζια κοντά στην ορχήστρα. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που το όνομα Εμπειρίκος το λεγα με ευχαρίστηση. Ήταν καλό το τραπέζι που μας έδωσαν. Μας κέρασαν και το πιοτί.
Ο Μάρκος δε σήκωσε κεφάλι ούτε λεπτό. Μόνο σε μια στιγμή, σε ένα διάλειμμα, που έκανε να δει τον κόσμο απέναντί του. Εκεί ήταν που με είδε. Με χαιρέτησε με ένα νεύμα και μια γκριμάτσα που τσαλάκωσε το μουστάκι του και ξαναφοσιώθηκε στο μπουζούκι του.
Εγώ μάγκας γεννήθηκα
και μάγκας θ' αποθάνω
και ας φυτρώσουν χασισιές
στον τάφο μ' από πάνω
Περιέργως πως, δεν συναντηθήκαμε εκείνο το βράδυ. Φύγαμε με τη Μαρία πριν τελειώσει.
Την άλλη μέρα έπρεπε να φύγω εκτάκτως για Πειραιά. Για μια νέα παρτίδα. Ήταν το τελευταίο χατήρι που έκανα στον πατέρα μου.
Τον Σεπτέμβρη, ξανακατέβηκα στου Θωμά, στη Δραπετσώνα. Ήλπιζα ότι ο Μάρκος θα ‘χε επιστρέψει από τη Σύρα.
Δεν έκανα λάθος. Ήταν εκεί.
Ήταν νωρίς ακόμα. Κούρδιζε το μπαγλαμαδάκι του. Μόλις με είδε, ήρθε στο τραπέζι, γράπωσε μια καρέκλα και με ενθουσιασμό παλιόφιλου με καλωσόρισε.
-- Τι έγινε ομορφόπαιδο; Τα βούλιαξες τα παπόρια; Λέφτερος; Κάνεις αυτό που θες; Ζωγραφίζεις; Η τσίτσιδη τι κάνει;
Πολλές ερωτήσεις μαζί.
Με χαρά του είπα ότι μπροστά του είχε το νέο Εμπειρίκο. Τον υπερρεαλιστή ποιητή, ζωγράφο, φωτογράφο, ψυχαναλυτή ή ότι άλλο διάολο υπήρχε, εκτός σίγουρα από εφοπλιστή.
Ήμουν «λέφτερος» όπως είπε. Στα 35 μου χρόνια είχα επιτέλους βρει τον εαυτό μου. Κι ήμουν αποφασισμένος να μην τον ξαναχάσω. Για τίποτα και για κανένα.
Ετοιμαζόμουν να του πω για τη Μαρία. Με είχε ρωτήσει για την «τσίτσιδη» άλλωστε.
-- Ξέρεις, όταν ήρθα να σε βρω στη Σύρο...
-- Μάγκα μου... Σύρος! Τι μου θύμισες τώρα! Σε είδα που ‘ρθες να με δεις! Και σ’ ευχαριστώ κιόλα. Αλλά ξέρεις τι; Δίπλα σου καθόταν ένα θηλυκό! Μα ένα θηλυκό!
Έκανα να του εξηγήσω ποια ήταν. Η ορμή του όμως με παρέσυρε σαν χείμαρρος που πετάει τα κούτσουρα όπου θέλει. Και κάθισα να τον ακούω.
-- Φίλε μου, αυτή η γυναίκα! Φωτιά! Έπαθα κάτι! Δεν ξέρω τι. Εγώ όταν παίζω και τραγουδώ, κοιτάω πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα χάνω. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Ήταν δίπλα σου, στο ίδιο τραπέζι. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Τα μαλλιά της μακριά. Ίσα σαν τσιγγάνας... Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν...
Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:
Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μου΄χεις κάνει μάγια Φραγκοσυριανή γλυκιά...
Δεν του είπα ποτέ ποια ήταν αυτή η γυναίκα. Αυτή η γλυκιά Φραγκοσυριανή! Άλλωστε, το τραγούδι που έγραψε ήταν ένας ύμνος που θα ταν κρίμα να συναντηθεί με την πραγματικότητα.
Ήταν μόλις μήνες αργότερα, όταν έφερα στον Κατσίμπαλη, στο σπίτι του στο Μαρούσι, μια πλάκα με το νέο φωνογραμμένο τραγούδι του Μάρκου. Είχα πορωθεί πλέον με το νέο ρεύμα που λεγόταν ρεμπέτικο!
-- Γιώργο, άκου ποίηση! Όχι σαν τις σαχλαμάρες του Σεφεριάδη...
Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
λες και μάγια μου 'χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά
Θα 'ρθω να σε ανταμώσω
κάτω στην ακρογιαλιά
Θα ήθελα να σε χορτάσω
όλο χάδια και φιλιά
Θα σε πάρω να γυρίσω
Φοίνικα, Παρακοπή
Γαλησσά και Nτελαγκράτσια
και ας μου 'ρθει συγκοπή
Στο Πατέλι, στο Nυχώρι
φίνα στην Αληθινή
και στο Πισκοπιό ρομάντζα
γλυκιά μου Φραγκοσυριανή
Ποτέ δεν είπα στο Μάρκο ότι η Φραγκοσυριανή του ήταν από το Μαρούσι. Ποτέ δεν έμαθε ότι η ποίησή του έγινε ο δικός μου στεναγμός.
Η Μαρία που θα με ενέπνεε ακόμα περισσότερο. Όπως εκείνο το βράδυ το Μάρκο.
Λες και μάγια μας είχε κάνει...


